Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΜΥΡΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΜΥΡΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2016

Η λατρεμένη Σμύρνη μέσα από φωτογραφικά ντοκουμέντα του παρελθόντος! [Photos]


Έχει περάσει σχεδόν ένας αιώνας από τη μέρα που οι φλόγες ξεκίνησαν από την αρμένικη συνοικία και... εξαπλώθηκαν μέχρι και τα πολυτελή κτίρια της προκυμαίας Quai. Τα πάντα κάηκαν στη Σμύρνη εκτός από τον μαχαλά των Τούρκων. 

Το χειρότερο από όλα, όπως ανέφερε ο Χένρυ Μίλλερ, «Η Σμύρνη σβήστηκε από την παγκόσμια μνήμη». Κανένας παραγωγός του Χόλλυγουντ δεν την έκανε ταινία – την αίγλη της και το οδυνηρό της τέλος. Δεν είναι το Χόλλυγουντ που θα προσδώσει αξία σε ένα γεγονός αλλά τελικά η Σμύρνη και το δράμα της υποτιμήθηκαν τόσο που κατά κύριο λόγο παραμένουν στη συλλογική μνήμη μονάχα όσων έζησαν τα γεγονότα και στους απογόνους τους.
read more “Η λατρεμένη Σμύρνη μέσα από φωτογραφικά ντοκουμέντα του παρελθόντος! [Photos]”

Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

Η Σμύρνη μάνα ζει…

του Αριστοτέλη Βασιλάκη

Εγώ πάντως αντί για σχολιασμό της εμποροπανήγυρης της Eurovision και της «νίκης» ενός θλιβερού απ’ όλες τις απόψεις τραγουδιού – ύμνου στους Τούρκους συνεργάτες των Ναζί, νίκη που εντάσσεται στις αγωνιώδεις προσπάθειες των απογόνων του Χίτλερ και του Κεμάλ, να επαναγράψουν προς όφελος τους την ιστορία, θα υπενθυμίσω πως πριν από 97 χρόνια το πρωί της 15ης Μαΐου του 1919 πραγματοποιήθηκε η απόβαση της Πρώτης Ελληνικής Μεραρχίας υπό τον Συνταγματάρχη Ζαφειρίου στην προκυμαία της Σμύρνης.
Ο τουρκικός στρατός της πόλης περιορίστηκε στους στρατώνες του. Όταν τα ελληνικά τμήματα έφθασαν κοντά στο Διοικητήριο, δέχθηκαν πυροβολισμούς με αποτέλεσμα να ακολουθήσει συμπλοκή, η οποία είχε απολογισμό τον θάνατο ή τον τραυματισμό 163 ατόμων. Ήταν φανερό ότι οι ελληνικές αρχές δεν ήταν προετοιμασμένες για όσα επρόκειτο να αντιμετωπίσουν. Οι αλλεπάλληλες κατοπινές επεκτάσεις της περιοχής κατοχικής ευθύνης του ελληνικού στρατού αποτελούσαν προοίμιο μελλοντικών δεινών.
read more “Η Σμύρνη μάνα ζει…”

Σάββατο 11 Απριλίου 2015

ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1922 ΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

φωτογραφίες: Χρυσοβαλάντης Σταμέλος
Για πρώτη φορά μετά την Μικρασιατική καταστροφή (92 χρόνια μετά) έγινε περιφορά του Επιταφίου των Ρωμιών στους δρόμους της Σμύρνης. 
Η Ακολουθία του Επιταφίου τελέστηκε με τη συμμετοχή πολύ κόσμου στον Ρωμαιοκαθολικό Ναό του Αγίου Ιωάννου, που παραχωρήθηκε γι' αυτήν ακριβώς την Ακολουθία στους Ορθοδόξους. Την Ακολουθία τέλεσε ο εφημέριος του Ορθόδοξου ναού της Αγίας Φωτεινής Σμύρνης Αρχιμ. του Οικουμενικού Θρόνου Κύριλλος Συκής. 
read more “ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΜΕΤΑ ΤΟ 1922 ΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ”

Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

Σμύρνη: Άνοιξε για πρώτη φορά μετά το 1922 ορθόδοξος ναός


Ιστορικές στιγμές έζησαν το πρωί της Κυριακής στη Σμύρνη όσοι παραβρέθηκαν στην πρώτη μετά το 1922 τέλεση θείας λειτουργίας, που πραγματοποιήθηκε στον ανακαινισμένο Ιερό Ναό του Αγίου Βουκόλου.



Ο ναός που τιμάται στο όνομα του πολιούχου της Σμύρνης είναι ο μόνος Ορθόδοξος Χριστιανικός Ναός που δεν κάηκε στην καταστροφή του 1922, βρίσκεται στη συνοικία του Μπασμανέ και πρόσφατα ανακαινίσθηκε από το Δήμο της Σμύρνης.

read more “Σμύρνη: Άνοιξε για πρώτη φορά μετά το 1922 ορθόδοξος ναός”

Τρίτη 8 Οκτωβρίου 2013

Σμύρνη 1922: Η άγνωστη επιχείρηση διάσωσης Ελλήνων - Οι εγγονοί δυο πρωταγωνιστών μιλούν


Μια άγνωστη στους περισσότερους ιστορία από τη τραγωδία της σφαγής στη Σμύρνη το 1922, φέρνουν στο φως οι εγγονοί δύο πρωταγωνιστών που εκείνες τις ημέρες της καταστροφής και του αίματος ανέλαβαν να σώσουν ότι μπορούσε να σωθεί : ανθρώπινες ζωές. Μια επιχείρηση εκκένωσης από τη κόλαση. Ο ένας πρωταγωνιστής ήταν ο πλοίαρχος τότε Ι.Ε Θεοφανίδης. Και ο δεύτερος ο πάστορας Αsa Jennings... αnό το αμερικανικό ΥMCA. Πως ακριβώς οι δυο τους "έστησαν" την επιχείρηση εκκένωσης - διάσωσης την εξηγεί ο εγγονός του Θεοφανίδη, ο ναύαρχος Ι. Θεοφανίδης που αυτές τις ημέρες φιλοξενεί στην Αθήνα τον εγγονό του πάστορα Jennings Ρόμπερτ,ο οποίος δεν σταμάτησε να ερευνά για πολλά χρόνια εκείνη την απίστευτη άγνωστη ιστορία.
Ο ναύαρχος Θεοφανίδης υποστηρίζει ότι η επικρατούσα άποψη όλα αυτά τα χρόνια ήταν ότι "ο Ελληνικός Στόλος απεχώρησε χωρίς να προσφέρει την παραμικρή βοήθεια στον Ελληνικό, Αρμενικό και Εβραϊκό πληθυσμό στην Σμύρνη και στα περίχωρα της. Και εδώ αρχίζει το ψέμα",λέει αρχίζοντας την αφήγησή του:
read more “Σμύρνη 1922: Η άγνωστη επιχείρηση διάσωσης Ελλήνων - Οι εγγονοί δυο πρωταγωνιστών μιλούν”

Τρίτη 17 Σεπτεμβρίου 2013

Όταν οι Τούρκοι «σφάζαν τους Έλληνες» στη Σμύρνη [Βίντεο]


Οι αναμνήσεις της Ελένης Καραντώνη από το Μπουνάρμπασι, έντεκα χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Σμύρνης. Μια από τις πολλές αυθεντικές μαρτυρίες τις οποίες συγκέντρωσε το Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών.

«... Άρχισε ο στρατός μας να φεύγει. Χτυπούσαν τις πόρτες μας και ζητούσαν ρούχα για να βγάλουν το χακί από πάνω τους. Πόσους δεν ντύσαμε! Οι μεγάλοι οι δικοί μας ξεκουμπίστηκαν και φύγανε κι άφησαν τον κόσμο στο έλεος του Θεού....
read more “Όταν οι Τούρκοι «σφάζαν τους Έλληνες» στη Σμύρνη [Βίντεο]”

Παρασκευή 4 Μαΐου 2012

Η καταστροφή της Σμύρνης και η ανεκδιήγητη Μαρία Ρεπούση



Οι πραγματικοί Ιστορικοί ψάχνουν διασταύρωση των πηγών για να επαληθεύσουν γεγονότα που δεν έζησαν. Στην κυρία Μαρία Ρεπούση δεν της φθάνουν οι μαρτυρίες 1.500.000 αυτοπτών μαρτύρων-ηρώων που βασανίσθηκαν, αιχμαλωτίσθηκαν, ατιμάσθηκαν και έπαθαν μύρια άλλα μαρτύρια στην μαρτυρική Μ. Ασία. Δεν τις φθάνουν οι μαρτυρίες και τα δημοσιεύματα Ελλήνων, Ξένων, επιφανών, αυτοπτών μαρτύρων, δημοσιογράφων, όπως, του Τζωρτζ Χόρτον, του Αμερικανού ιεραποστόλου της ΧΑΝ Τζέκινγς που διοργάνωσε την διάσωση των Ελλήνων από την παραλία της Σμύρνης, του Πουώ, του Χέμινγουέϊ, του Καθηγητή Καραθεοδωρή και εκατοντάδων άλλων. Δεν τις φθάνουν ούτε οι φωτογραφίες και τα ντοκυμαντέρ, αψευδείς μάρτυρες των γεγονότων, που τράβηξαν τα πληρώματα των ξένων πλοίων. Δεν της φθάνει ούτε η πρωτοφανής ΟΜΟΦΩΝΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΟΝ ΟΚΤΩΒΡΙΟ 1998, για την ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ από τους Τούρκους κατά του Μικρασιατικού Ελληνισμού.
Μήπως δεν γνωρίζει ότι η απόκρυψη ιστορικών γεγονότων από τις νεότερες γενιές μόνο ξανά καταστροφές θα φέρει; Εμείς οι Ίωνες, οι Μικρασιάτες, οι Πόντιοι δεν θέλουμε να θυμόμαστε για να μνησικακούμε ή να εκδικηθούμε αλλά για να μην γίνει ποτέ ξανά και σε κανένα λαό Γενοκτονία και Καταστροφή του Πολιτισμού του.

Θεώρησα υποχρέωσή μου να γράψω αυτές τις λίγες γραμμές, επειδή οι άνθρωποί μας της πρώτης γενιάς των προσφύγων δεν μπορούν να υπερασπισθούν τα δίκαιά τους πλέον και για να τιμήσω αυτούς και τους γονείς μας, αλλά και επειδή σέβομαι και τιμώ το Ελληνικό Κοινοβούλιο, μη ξεχνώντας τα λόγια της γιαγιάς μου και την φρίκη στα μάτια της: "...Μας κυνηγούσαν οι Τούρκοι και η φωτιά, παιδί μου, στην παραλία της Σμύρνης και τρέχαμε αλλόφρονες να σωθούμε, πώς και από πού...Ο Θεός να μη δώσει να το ζήσει αυτό κανένας άνθρωπος..."

Αρχοντία Παπαδοπούλου
read more “Η καταστροφή της Σμύρνης και η ανεκδιήγητη Μαρία Ρεπούση”

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Η ιστορία της Αγγελικής Ματθαίου (*)




Η Σμύρνη φλέγεται
Η ιστορία της Αγγελικής Ματθαίου (*)
(*) Από τη Φώκαια Σμύρνης
Είμαι η Αγγελική, του καπετάν Νικολή Πολίτη η κόρη από τις Νέες Φώκιες της Σμύρνης. Το 22 ήμουν ένα κοριτσάκι 6 έως 7 χρονών.
Ο πατέρας μου ήταν καπετάνιος. Είχαμε ένα μεγάλο καΐκι. Το είχε ονομάσει ο πατέρας μου «Πανούσα», επειδή έλεγαν την μητέρα μου Παναγιώτα και επειδή την αγαπούσε πολύ ονόμασε το καΐκι.
Ημασταν 6 άτομα, παιδιά και ο πατέρας και η μητέρα. Ο πατέρας μου ήταν από την Κωνσταντινούπολη και ήλθε στις Φώκιες και παντρεύτηκε λέγανε την ωραία Παναγιώτα. Ζούσαμε πολύ καλά διότι είχαμε πολύ...
περιουσία. Ο πατέρας μου ήταν μοναχοπαίδι. 
Είχαμε δύο σπίτια. Το ένα ήτανε στο Φαρδί Σοκάκι και το άλλο έξω από την πόλη.
Ο πατέρας μου είχε 400 δένδρα ελιές, είχε ένα αμπέλι στα 3 πηγάδια και το άλλο στα Μερσινάκια.
Τώρα θα γράψω για την Καταστροφή.
Τη νύχτα βγαίνανε στα παράθυρα και βλέπανε στα βουνά φωτιές. Αρχισε ο κόσμος να φοβάται. Η μητέρα μου δεν ήξερε τι να κάνει γιατί ο πατέρας μου έλειπε ταξίδι. Το δεύτερο βράδυ μαζεύτηκε όλη η γειτονιά στο δικό μας σπίτι. Θυμάμαι που κάνανε μία τούρκικη σημαία με το μισοφέγγαρο και τη βάλανε στο παράθυρο για να δούνε οι Τούρκοι. Το ίδιο βράδυ ήλθε ο πατέρας μου. Μας είπε να μην φοβόμαστε. Κλειστήκαμε στο σπίτι.
Ξαφνικά πλάκωσε ο τούρκικος στρατός. Ακούγαμε τύμπανα, ντουφεκιές, τραγούδια. Τα άλογα χλιμιντρούσανε. Δεν μπορώ να σας πω το τι γινόταν.
Τότε σηκώθηκε ο πατέρας μου να πάει να δη το καΐκι για να φύγουμε. Η μητέρα μου δεν τον άφηνε και της είπε θα πάω από άλλον δρόμο. Πήγε, αλλά το καΐκι το είχανε καταστρέψει. Δεν είχε ούτε κατάρτια ούτε πανιά ούτε μηχανή. Μας λέει θα πάμε στον Ασματερέ, εκεί ήταν ένα λιμανάκι και ίσως βρούμε καΐκι να φύγουμε για τη Μυτιλήνη.
Φύγαμε από τα βουνά. Εμένα με σήκωνε ο αδελφός μου στην ράχη του. Νύχτα ήτανε! Τα βουνά ήταν τόσο άγρια. Φωνάζανε τα σκυλιά, τα τσακάλια. Τα σκυλιά από τα εξοχικά σπίτια τρέχανε. Τα αγριογούρουνα μουγκρίζανε. Λες και θα χαλούσε ο κόσμος.
Αμίλητοι φθάσαμε στο λιμανάκι αλλά δεν υπήρχε τίποτε. Μόνο τα ζώα του κόσμου φωνάζανε λες και είχανε καταλάβει τον χωρισμό από τους δικούς τους.
Την άλλη μέρα οι Τούρκοι κατασκήνωσαν σε ένα χωράφι πολύ μεγάλο που το λέγανε Σητσακτερέ και αρχίσαν και κατεβαίνανε στην χώρα. Μαζεύανε τον κόσμο. Αλλον σκοτώνανε, άλλον κοπανούσανε με τα ντουφέκια. Τους άλλους τους ρίχνανε κάτω και τους πατούσανε στην κοιλιά και οι ανθρώποι κάνανε εμετό.
Εμείς είχαμε φύγει κρυφά και μπήκαμε σε ένα μεγάλο σπίτι αλλά μας βρήκανε. Κατεβάσανε τον πατέρα μου, τον βγάλανε το σαλβάρι του, το σακάκι του, τα παπούτσια του. Του πήρανε τη μεγάλη σακούλα με τα λεφτά και τα χρυσαφικά και μας βάλανε μαζί με άλλους που μαζεύανε από τα σπίτια τους.
Από τις πλεξούδες
Μας πήγαν σε ένα χωριό που το λέγανε Τσακμακλή. Μας αφήσανε σε ένα χωράφι και αρχίσανε να μαζεύουν τους άνδρες. Πήρανε τον πατέρα μου τον αδελφό μου και όλους. Μετά ακούσαμε τα πολυβόλα. Μας λέγανε όλοι ότι τους σκοτώσανε. Από τότε δεν τους είδαμε.
Το ίδιο βράδυ πήρανε την αδελφή μου στα βουνά. Παίρνανε τα κορίτσια. Την αδελφή μου την πήρανε τέσσερις. Είχε μακριές πλεξούδες. Οι δυό την πιάσανε από της πλεξούδες και οι άλλοι δύο από τα πόδια.
Το τι γινότανε εκείνο το βράδυ δεν λέγεται. Χαλούσε ο κόσμος. Φωνάζανε τα κορίτσια, κλαίγανε η μάνες τους, φωνάζανε, βουίζανε τα βουνά. Εγώ με ήχε η μητέρα μου κάτω από το φουστάνι της και έτρεμα σαν το φύλλο.
Η μητέρα μου σηκώθηκε και φώναζε «παιδί μου Κατερίνα που σε πάνε» και ένας Τούρκος της δίνει μια με το ντουφέκι και πέφτει και σπάει το κεφάλι της. Τρέχανε τα αίματα. Εγώ σήκωνα το φουστανάκι μου και τη σκούπιζα.
Την άλλη μέρα μας πήρανε από κει και αρχίσαμε να βαδίζουμε από βουνά όχι από δρόμους. Μας είχανε πάρει τα παπούτσια μας και τα βουνά ήτανε στρωμένα από αγκάθια. Ηταν αδύνατο να βαδίσουμε. Εκεί ήτανε το πολύ ξύλο οι κλοτσιές. Βαδίζαμε το βράδυ. Φθάσαμε σε ένα χωριό που το λέγανε Τσακμακλή. Ητανε ελληνικό χωριό.
Εκεί μας χώσανε τον έναν απάνω στόν άλλον. Για να μας βάλουνε μέσα σκοτώσανε 2 παιδιά και μιά γυναίκα. Και ξύλο με τα καμιτσιά αλύπητα. Ο κλαθμός και ο φόβος ήτανε αβάστακτα.
Εκείνο το βράδυ πήρανε και τη μανούλα μου. Ξέχασα να γράψω. Είχαμε και ένα μωράκι και όταν την πήρανε κρατούσε και το μωρό. Της το πήρανε και το πετάξανε σε έναν καλαμνιώνα που ήτανε λίμνη. Πάει και αυτό. Τη δε μανούλα μου την φέραν. Να σκεφτείτε τον πόνο της και τα δάκρυα της.
Εμεινα μόνο εγώ. Με σκέπαζε με το φουστάνι της σαν τη κλώσα που βάζει τα πουλάκια της κάτω από τα φτερά της.
Κάνω πολλά λάθη γιατί δεν μπορώ να γράψω από τα δάκρυα και τον πόνο που έχω. Μου έχουν μείνει αποθέματα. Είνε μεγάλος πόνος να μείνεις ορφανό τόσο μικρό και στα τούρκικα χέρια. Παρακαλώ το Θεό όλα τα παιδάκια να έχουν τη μανούλα τους. Να μην πονέσουνε σαν εμένα.
Ακουγα μανούλα που φωνάζανε και μαραινόμουν σαν το φύλλο που πέφτει από το δένδρο. Το πιο γλυκό πράγμα του κόσμου είναι η μάνα. Ολα αυτά τα χρόνια που ζω δεν τη ξέχασα.
Το δε πρωί μας πήγανε σε ένα χωριό που το λέγανε Μαινεμένη. Το χωριό ήτανε κάρβουνο. Το είχανε κάψει οι δικοί μας στρατιώτες όταν οπισθοχωρήσανε. Ηταν ελληνικό χωριό.
Μας περάσανε από μέσα για να δούμε που ήτανε καμένο. Εκεί είπαμε ότι εδώ θα μας κάψουνε και μας χτυπούσανε τόσο άγρια που μας φωνάζανε οι δική μας να σκύβουμε σαν τα πρόβατα. Εκεί κόψανε μιας γυναίκας τη μύτη.
Με τα πολλά φύγαμε από το χωριό. Βαδίζοντας, βγήκαμε σε ένα χωράφι που είχε άγριες αχλαδιές και ήταν φορτωμένες αχλάδια. Οσα μπορούσανε κόψανε να φάνε. Αλλά πιο πολύ ήτανε το ξύλο....
Συνέχεια βαδίζαμε δεν ξέρω πόσες μέρες. Πηγαίναμε για τη Μαγνησία. Βγαίνανε και το φωνάζανε ότι πάμε στην Μαγνησία. Είχε άνδρες που ξέρανε τούρκικα και μας φωνάζανε ότι πάμαι στην Μαγνησία να μας βγάλει λόγο ο Κεμάλ.
Και που νομίζετε που μας πήγανε; Σε ένα παλιό εργοστάσιο και μαζέψανε τους άνδρες, τους βάλανε μέσα τους γδύσανε και αρχίσανε και τους χτυπούσανε με τα καμιτσιά. Η άνδρες πηδούσανε σαν ποντίκια. Τους είχανε μαύρους. Η άνθρωποι πέσανε όλοι κάτω σαν πεθαμένοι με βογκητά με κλάματα από τους πόνους.
Δεν υπάρχει θεός
Το χειρότερο ήτανε ότι μαζέψανε τα γυναικόπαιδα και μας πήγανε σε ένα χωράφι γεμάτο μνήματα από Ελληνες στρατιώτες και σε κάθε μνήμα είχαν βάλει τα δίκοχα τους. Εκεί φαντασθείτε τι έγινε. Πέσαν οι γυναίκες στα μνήματα φωνάζανε, κλαίγανε και από πάνω κλωτσιές, πέτρες. Σπούσανε δένδρα, κλαριά και τις κοπανούσανε. Πολλές μάνες είχαν χάσει τα παιδιά τους σε αυτόν το πόλεμο. Μα δεν υπήρχε Θεός; Δεν υπήρχε κανένας νόμος για μας;
Μετά μας πήγανε σε αμπέλι και κόβανε τα φύλα και τα χώνανε στο στόμα να τα φάνε και όποιος δεν τα μάσαγε τον τρίβανε τα μούτρα του στο χώμα. Μια γυναίκα δεν το δεχότανε και της βάλανε φωτιά στο φόρεμα της και κάηκε σαν κερί και δεν αφήνανε κανένανε να πάει κοντά της. Αυτά που κάνανε αυτοί οι βάρβαροι δεν τα έκανε κανένα κράτος.
Μετά φύγαμε από την Μαγνησία και μας πηγαίνανε για μια μέρα όλο από βουνά και αγκάθια. Φθάσαμε σε μια μικρή πόλη. Εκεί ήτανε σταθμός χωροφυλακής. Μας υποδεχτήκανε πολύ άγρια ως συνήθως. Από κάτω από το κτήριο είχε μια χαβούζα με νερό. Το νερό αυτό είχε μέσα ότι βρωμιά ήθελες. Και δεν ήτανε μόνο η βρωμιά, αλλά κατουρούσανε και από πάνω. Και χονδρά και ψιλά. Αλλά ο κόσμος ήτανε τόσο διψασμένος που σπρώχνανε της βρωμιές και πίνανε και πλένανε και τα μούτρα τους και αυτοί γελούσαν και λέγανε «πος γκιαούρη». Αυτό θα πει: «Βρώμικοι Ελληνες».
...Το ψωμί και το φαΐ το είχαμε ξεχάσει. Αν βρίσκανε στα βουνά καμήλες ψόφιες τρέχανε και ξεσχίζανε με τα χέρια και άμα σταματούσαμε σε κανένα χωριό γυρεύανε φωτιά και τα ψήνανε και τα τρώγανε. Η Μανούλα μου δεν έτρωγε ούτε και 'γώ.
Μας πήρανε πάλι από κει, άλλαξαν οι τσανταρμάδες. Σε κάθε χωριό μας παίρνανε άλλοι. Μας περάσανε από ένα ποτάμι που είχε λιγοστό νερό αλλά είχε πολλά αγριοσέληνα. Οταν τα είδε ο κόσμος πέσανε με τα μούτρα σαν τα πρόβατα. Δεν έμεινε ούτε φύλο. Εκεί σε κείνο το λίγο νερό πλυθήκαμε, λουστήκαμε, χωρίς σαπούνι βέβαια....
Αρχίσαμε πάλι τα βουνά. Το χωριό ήτανε κοντά. Μόλις μας είδανε, πλάκωσε η Τουρκιά. Αρχίσανε όλοι νύκτα να πέρνουνε τα κορίτσια. Ψάχνανε με τους φακούς η δε τσανταρμάδες φεύγανε και οι χωριάτες βρίσκανε ευκαιρία. Φωνάζανε τούρκικα «άλλην, άλλην», θα πει στα ελληνικά «πάρτε, πάρτε» και κείνο το βράδυ τραβήξανε την μανούλα μου και έτσι που πήγε να σηκωθεί είδαν εμένα που με είχε από κάτω από το φουστάνι της.
Ημουν παιδάκι
Αρπάξανε εμένα. Από τον πολύ σπαραγμό πού έκανα θυμάμαι που έβγαλε το φέσι του και μού έκλεισε το στόμα με πήγε πιο πέρα και άρχισε να με ψάχνει αφού με έριξε κάτω. Σκεφτείτε εκείνη την ώρα τον σπαραγμό μου και τις φωνές μου και αφού είδε που ήμουν παιδάκι μου δίνει μια κλωτσιά και με αφήνει.
Εγώ μες την νύκτα δεν ήξερα που πάω. Ετρεχα με κομμένα τα πόδια. Από την μια φώναζα εγώ και από την άλλη ερχότανε η μανούλα μου ξεμαλλιασμένη να φωνάζει «Αγγελική, αίμα μου, παιδί μου, που είσαι;». Εγώ με τα κλάματα και αυτή με τις φωνές βρεθήκαμε. Δεν ξέρω να την περιγράψω αυτήν την περιπέτεια. Εσείς που θα την διαβάσετε μπορείτε να καταλάβετε.
Φύγαμε πάλι από 'κεί. Μας πήγανε σε ένα άλλο χωριό. Εκεί μείναμε κάτω από μια γέφυρα. Εκεί βρήκαμε σαλιγκάρια και τα ψήναμε και τρώγαμε....
Την άλλη μέρα χιόνιζε. Μας είπανε θα πάμε στο Ουσάκ. Βαδίζοντας μέσα στο χιόνι αρχίσανε τα πόδια μας και σουβλίζανε. Τότε η μανούλα μου βγάζει έναν μπούστο πού φορούσε τον κομμάτιασε και δέσαμε τα πόδια μας. Μα πόσο να βαστάξει το πανί;
Βαδίζαμε μια νύκτα. Φθάσαμε μέρα. Μας βάλανε σε κάτι μεγάλους σταύλους που βάζανε οι στρατιώτες τα άλογα. Η κοπριά ήτανε ένα μέτρο. Εμείς χωθήκαμε να ζεσταθούμε. Σε λίγο μας βγάλανε έξω και μας δώσανε γαλέτα σκουλικιασμένη. Εμείς τη φάγαμε και μας έπιασε μια διάρροια που δεν προλαβαίναμε. Εκεί πέθαναν πολλά παιδιά.

Η Αγγελική Ματθαίου έπειτα από μια περιπλάνηση ως αιχμάλωτη στην Ανατολή, που κράτησε κάποια χρόνια, θα φτάσει τελικά ορφανή στην Ελλάδα και θα συναντήσει μια αδελφή της, που διασώθηκε από τη σφαγή. Ο Ευρ. Μπίλης, τ. επίκουρος καθηγητής στο ΕΜΠ, διέσωσε και μας ενεχείρισε τη συγκλονιστική μαρτυρία, την οποία κατέγραψε η ίδια η Αγγελική Ματθαίου πριν από το θάνατό της.
read more “Η ιστορία της Αγγελικής Ματθαίου (*)”

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

"ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ"...




ΓΡΑΦΕΙ Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΦΥΣΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΙΛΟΓΛΟΥ*

Το πιο κάτω αποκαλυπτικό απόσπασμα των τουρκικών σοβινιστικών προθέσεων είναι από το βιβλίο του Τούρκου συγγραφέα Φαλίχ Ριφκι Ατάι και το βιβλίο του...
“Τσάνκαγια” το οποίο αναφέρεται στην ζωή και τα έργα του Κεμάλ Ατατούρκ.
“… Ήταν η μέρα της Μεγάλης Φωτιάς. Καθώς οι φλόγες έσωζαν τις γειτoνιές ο κόσμος έτρεχε προς την παραλία…Κάποιοι έπεφταν στην θάλασσα για να κρατηθούν από τις βάρκες… Παρακολουθούσα αυτή την μοναδική τραγωδία με την καρδιά μου να πονά…

Η Σμύρνη καιγόνταν και μαζί της η Ελληνικότητά της (Ρουμλούκ), οι άνθρωποι των πρώτων πολιτισμών, εκείνοι που πέρασαν τον μεσσαίωνα με τους Μουσουλμάνους, εκείνοι που ζούσαν στις πατρίδες τους και στα σπίτια τους σε άνεση, εκείνοι που κρατούσαν το εμπόριο και γεωργία της Σμύρνης και όλης της Δυτικής Ανατολίας, και ολόκληρη την οικονομία της, εκείνοι που ζούσαν σε παλάτια, κονάκια, και τσιφλίκια, τώρα, τον εικοστό δεύτερο χρόνο του εικοστού αιώνα πεθαίνουν για ένα κομμάτι βάρκας να τους μεταφέρει μακριά για πάντα…

Η Γκιαβούρ (άπιστη) Σμύρνη κάηκε και τελείωσε με τις φλόγες στο σκοτάδι και το καπνό το ξημέρωμα. ΄Ησαν πράγματι υπεύθυνοι για τη φωτιά οι Αρμένιοι εμπρηστές όπως μας λέχθηκε τις μέρες εκείνες;… Καθώς αποφάσισα να γράψω την αλήθεια όπως την γνωρίζω θέλω να αντιγράψω μια σελίδα από τις σημειώσεις που έπερνα τις μέρες εκείνες.
Οι λαφυραγωγοί βοήθησαν στην εξάπλωση της φωτιάς… Γιατί καίγαμε την Σμύρνη; Φοβόμασταν αν τα κονάκια στην προκυμαία, τα ξενοδοχεία και οι ταβέρνες έμεναν στο τόπο τους, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να ξεφορτωθούμε τις μειονότητες;
Οταν απελαύνονταν οι Αρμένιοι τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, είχαμε κάψει όλες τις κατοικημένες περιοχές και γειτονιές στις πόλεις της Ανατολίας με αυτόν ακριβώς τον φόβο. Αυτό δεν σχετίζεται μόνο με την διάθεση για καταστροφή. Υπάρχει και κάποιο αίσθημα κατωτερότητας μέσα του. Σαν το κάθε τι που έμοιαζε με Ευρώπη ήταν πεπρωμένο να παραμείνει Χριστιανικό και ξένο γι΄αυτό και εμείς έπρεπε εμείς να το στερηθούμε.”

Ο Τούρκος συγγραφέας Αtay Falih Rifki Atay, ένας διακεκριμένος δημοσιογράφος και συγγραφέας έζησε το κάψιμο της ελληνικής Σμύρνης, ένας Τούρκος αυτόπτης μάρτυρας της κεμαλικής κτηνωδίας επιβεβαίωσε πριν πεθάνει τις τουρκικές ευθύνες για την πρωτοφανή εκείνη βαρβαρότητα. Στο προαναφερθέν βιβλίο του ο συγγραφέας αναφέρεται σε λεπτομέρεια και στις κτηνωδίες του Νουρεττίν Πασιά.
Ο εν λόγω δημοσιογράφος γεννήθηκε το 1894 στην Κωνσταντινούπολη και πέθανε στις 20 Μαρτίου 1971.

Τον Ιούλιο του 1926 ο σφαγέας Ατατούρκ έδωσε συνέντευξη στην Ελβετίδα ανταποκρίτρια κα Emile Hilderbrand και η οποία (συνέντευξη) δημοσιεύθηκε την 1η Αυγούστου 1926 στην αμερικανική εφημερίδα ‘ The Los Angeles Examiner‘. Στο πρωτοσέλιδο δημοσίευμα (πρώτο μέρος) της αμερικανικής εφημερίδας του Λος Άντζελες που πλαισιωνόταν με φωτογραφία του Κεμάλ Ατατούρκ, ο Ατατούρκ παραδέχεται την καταστροφή και γενοκτονία των εκατομμυρίων Χριστιανών στην σημερινή Τουρκία (Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων) και δήλωνε:
“Δεν θα σταματήσω μέχρι που κάθε ένοχο άτομο ανεξαρτήτως θέσεως ή βαθμού έχει κρεμμασθεί ως μια φρικαλέα προειδοποίηση προς όλους τους υποκινητές συνωμότες εναντίον της ασφάλειας της Τουρκικής Δημοκρατίας…”.
Και βέβαια, η ίδια βάναυση και αμετανόητη τουρκική εξοντωτική πολιτική εναντίον των Ελλήνων συνεχίζεται. Παραδείγματα, η εξόντωση των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης, της ΄Ιμβρου και Τενέδου, της ημικατεχόμενης Κύπρου…

* Ο Σταύρος Λιλόγλου έχει διατελέσει Άμισθος Επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Αθηνών
και προπονητής στις υποδομές καλαθοσφαίρισης του Ολυμπιακού Πειραιά.
read more “"ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ"...”

Σάββατο 4 Σεπτεμβρίου 2010

Χαμένος παράδεισος: Σμύρνη 1922


Η καταστροφή της μητρόπολης του μικρασιατικού Ελληνισμού

Σύντομη περιγραφή


Το "Χαμένος παράδεισος" είναι μια δυνατή ιστορία καταστροφής, ηρωισμού και επιβίωσης, ειπωμένο με τον ξεχωριστό λόγο που κατέστησε τον Γκάιλς Μίλτον, επιτυχημένο δημοσιογράφο και συγγραφέα. Ξετυλίγεται μέσα από...

τις αναμνήσεις επιζώντων, πολλοί απ’ τους οποίους μιλάνε για πρώτη φορά δημόσια, και τις μαρτυρίες εκείνων που βρέθηκαν στη δίνη μιας από τις μεγαλύτερες καταστροφές της σύγχρονης ιστορίας. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1922, το τουρκικό ιππικό μπήκε στη Σμύρνη, την πιο πλούσια και κοσμοπολίτικη πόλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στην πόλη υπήρχε διάχυτος ο φόβος ότι ο νικηφόρος πια τουρκικός στρατός θα ξεσπούσε με παράφορο μένος στους κατοίκους της Σμύρνης. Η πραγματικότητα όμως διέψευσε και την πιο δυσοίωνη πρόβλεψη. Αυτό που συνέβη τις επόμενες δύο εβδομάδες έχει καταγραφεί ως ένα απ' τα πιο φρικτά δράματα στην ιστορία του εικοστού αιώνα, το δράμα του ξεριζωμού χιλιάδων προσφύγων, των οποίων το αίμα κυλάει στις φλέβες πολλών σύγχρονων ελληνικών οικογενειών. Σχεδόν δύο εκατομμύρια άνθρωποι έπεσαν θύματα μιας τρομακτικής, σε βιαιότητα και έκταση, καταστροφής.

books.gr
read more “Χαμένος παράδεισος: Σμύρνη 1922”

Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου 2010

29 Αυγούστου 1922 : Η πυρπόληση της Σμύρνης...


















Πριν από 88 χρόνια στις 29.8.1922 οι Τούρκοι έκαψαν την Σμύρνη - Το ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΕΣ ΚΕΡΑΤΣΙΝΙΟΥ - ΔΡΑΠΕΤΣΩΝΑΣ σας παραθέτει ένα απόσπασμα από τα «Ματωμένα Χώματα» της Διδώς Σωτηρίου που περιγράφει μοναδικά τα όσα έγιναν εκείνη την μέρα...





Απόπασμα από ΤΑ ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΧΩΜΑΤΑ (Διδώ Σωτηρίου):

Το ΑΛΛΟ ΠΡΩΙ ΜΑΣ ΞΥΠΝΗΣΑΝΕ χλιμιντρίσματα και καλπασμός αλόγων. Πεταχτήκαμε μεμιάς ορθοί κι ανοίξαμε τα μάτια μας. Το τούρκικο ιππικό περνούσε καμαρωτό από την παραλία. Κανείς δεν έβγαλε τσιμουδιά. Και τα μωρά κερώσανε. Μόνο μια πολύ ψιλή παιδική φωνούλα ρώτηξε:
-Τι θα μάς κάνουνε οι Τούρκοι; Τι θα μας κάνουνε; Αυτή 'ταν ολουνών η αγωνία, μα κανείς δεν τήν εξεστόμιζε. Από μερικά μπαλκόνια ξένων σπιτιών ακούστηκαν αδύναμα παλαμάκια και «γιασασίν». Σαν τέλειωσε ή παρέλαση, έγινε νεκρική ησυχία. Η δικιά μας μαούνα ήταν η τελευταία απ' τις εξήντα και βρισκότανε σιμά στην ξηρά. Σε λίγο ακούστηκε τελάλης.-Μπρε σεις, τι λέει; -Λέει, νά βγει ο κόσμος και νά πάει στις δουλειές του δίχως νά φοβάται. Κανένας δε θα κακοπάθει.-Μπορεί ή νίκη νά μερώνει τσ' ανθρώπους, είπε ή μάνα μου .
-Οι Μεγάλες Δυνάμεις δώκανε εντολή νά μην ανοίξει ρουθούνι χριστιανικό.
-Αυτή 'ναι ή αλήθεια. Φτάνει το αίμα. Τί τα γενιτσαριά θα 'χουμε;
-Τόσοι στόλοι! Τόσα βασιλικά για τα μάτια ηθαρρέψατε πως στέκουνε δω χάμου ;Ο αδερφός μου ο Κώστας με πλησίασε όλο χαμόγελα και φουσκώνοντας σαν διάνος, μού 'πε ειρωνικά:
-Τί γνώμη έχεις τώρα, Μανωλάκη, για το χτήμα π' αγόρασα; Έκανα καλά ή με πέρασε κορόιδο ο μπάρμπα-Θόδωρος;
"Ήμουνα τόσο χαρούμενος πού θα του συγχωρούσα χίλιες τόσες κακοκεφαλιές κι άλλες τόσες ειρωνείες. "Όλοι στη μαούνα γινήκαμε τώρα μιά παρέα. Βγάλαμε ό,τι φαγώσιμο είχαμε, παστά, αυγά, κονσέρβες. Αρχίσαμε τα τραταμέντα και τις τσιρεμόνιες. Ξάφνου, μέσα στη γενική χαρά, ακούστηκε μια φωνή κι ύστερα πολλές μαζί:
-Φωτιά!-Φωτιά !-Βάλαν φωτιά στη Σμύρνη! Πεταχτήκαμε ορθοί. Κοκκινόμαυρες φλόγες τινάζονταν στον ουρανό, χοροπηδηχτές.
-Είναι κατά την Αρμενογειτονιά.
-Κατά κει φαίνεται νά 'ναι.
-Πάλι οι Αρμεναίοι θα τα πλερώσουνε!
-Αποκλείεται να κάψουνε ολόκληρη τη Σμύρνη. Ποιό συμφέρον έχουνε; Αφού έγινε πια δική τους... Ποιο συμφέρον είχαμε μεις που καίγαμε τα τουρκοχώρια στην υποχώρηση ;Η φωτιά απλωνόταν παντού. Ντουμάνιασε ο ουρανός. Μαύρα σύγνεφα ανηφορίζανε και μπερδευότανε το 'να με τ' άλλο. Κόσμος, εκατοντάδες χιλιάδες κόσμος, τρελός από φόβο, αρχίνησε νά τρέχει απ' όλα τα στενοσόκακα και τούς βερχανέδες και να ξεχύνεται στην παραλία σαν μαύρο ποτάμι.-Σφαγή ! Σφαγή !
-Παναγιά, βοήθα!-Προφτάστε !-Σώστε μας! Η μάζα πυκνώνει, δεν ξεχωρίζεις ανθρώπους, μα ένα μαύρο ποτάμι που κουνιέται πέρα δώθε απελπισμένα, δίχως να μπορεί να σταθεί ούτε να προχωρήσει. Μπρος θάλασσα, πίσω φωτιά και σφαγή! 'Ένας αχός κατρακυλάει από τα βάθη της πολιτείας και σπέρνει τον πανικό.-Τούρκοι! -Τσέτες!-Μας σφάζουνε!
-Έλεος!Η θάλασσα δεν είναι πια εμπόδιο. Χιλιάδες άνθρωποι πέφτουνε και πνίγονται. Τα κορμιά σκεπάζουνε τα νερά σαν νά 'ναι μόλος. Οι δρόμοι γεμίζουνε κι αδειάζουνε και ξαναγεμίζουνε. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά ποδοπατιούνται, στριμώχνονται, λιποθυμούνε, ξεψυχούνε. Τούς τρελαίνουν οι χαντζάρες, οι ξιφολόγχες, οι σφαίρες των τσέτηδων!
-Βούρ, κεραταλάρ! (Χτυπάτε τους τούς κερατάδες!) Το βράδυ το μονοφώνι κορυφώνεται. Η σφαγή δε σταματά. Μόνο όταν τα πλοία ρίχνουνε προβολείς γίνεται μια πρόσκαιρη ησυχία. Μερικοί που καταφέρανε να φτάσουνε ζωντανοί ίσαμε τη μαούνα, μας ιστορούνε το τι γίνεται όξω, στις γειτονιές. Οι τσέτες του Μπεχλιβάν και οι στρατιώτες τού Νουρεντίν τρώνε ανθρώπινο κρέας. Σπάζουνε, πλιατσικολογούνε σπίτια και μαγαζιά. Όπου βρούνε ζωντανούς, τούς τραβούνε όξω και τούς βασανίζουνε. Σταυρώνουνε παπάδες στις εκκλησιές, ξαπλώνουνε μισοπεθαμένα κορίτσια κι αγόρια πάνω στις 'Άγιες Τράπεζες και τ' ατιμάζουνε. Απ' τον Αι-Κωνσταντίνο και το Ταραγάτς ίσαμε το Μπαλτσόβα το τούρκικο μαχαίρι θερίζει.
"Αχ, γκρέμισε ο κόσμος μας! Γκρέμισε ή Σμύρνη μας! Γκρέμισε ή ζωή μας! Η καρδιά, τρομαγμένο πουλί, δεν ξέρει πού να κρυφτεί. Ο τρόμος, ένας ανελέητος καταλυτής άδραξε στα νύχια του κείνο το πλήθος και το αλάλιασε. Ο τρόμος ξεπερνάει το θάνατο. Δε φοβάσαι το θάνατο, φοβάσαι τον τρόμο. Ο τρόμος έχει τώρα το πρόσταγμα. Τσαλαπατά την ανθρωπιά. Αρχίζει από το ρούχο και φτάνει ίσαμε την καρδιά.
Λέει: Γονάτισε, γκιαούρη ! Και γονατίζει. Ξεγυμνώσου Και ξεγυμνώνεται. "Άνοιξε τα σκέλια σου! Και τ' ανοίγει. Χόρεψε! Και χορεύει. Φτύσε την τιμή σου και την πατρίδα σου! Και φτύνει. Απαρνήσου την πίστη σου! Και την απαρνιέται."Αχ ο τρόμος! Όποια γλώσσα κι αν μιλάς, λόγια δε θα βρεις να τόνε περιγράψεις Τι κάνουν, λοιπόν, οι προστάτες μας; Τι κάνουν οι ναυάρχοι με τα χρυσά σιρίτια, οι διπλωμάτες κι οι πρόξενοι τής Αντάντ! Στήσανε κινηματογραφικές μηχανές στα καράβια τους και τραβούσανε ταινίες τη σφαγή και τον ξολοθρεμό μας!
Μέσα στα πολεμικά οι μπάντες τους παίζανε εμβατήρια και τραγούδια τής χαράς για να μη φτάνουν ίσαμε τ' αφτιά των πληρωμάτων οι κραυγές της οδύνης και οι επικλήσεις του κόσμου. Και να ξέρει κανείς πώς μια, μόνο μια κανονιά, μια διαταγή, έφτανε για να διαλύσει όλα κείνα τα μαινόμενα στίφη. Κι η κανονιά δε ρίχτηκε κι η εντολή δε δόθηκε!
ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΙΛΟΓΛΟΥ



read more “29 Αυγούστου 1922 : Η πυρπόληση της Σμύρνης...”

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

Σμύρνη. Ο επίγειος παράδεισος Των μπακτσεβάνηδων και των ζαρζαβατσήδων


ΔΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ:
ΣΤΑΥΡΟΣ ΛΙΛΟΓΛΟΥ

Ψηλά ο ουρανός χαμογελούσε και χάιδευε με τη μυρωμένη ανάσα του το σφριγηλό χώμα που ανατρίχιαζε. Κι ο ξένος, συνεπαρμένος από ένα τέτοιο ξέσπασμα φυσικής ομορφιάς, παρατηρούσε με θαμπωμένα μάτια… τη μαγευτική γλύκα της γης αυτής της επαγγελίας, όπου οι αγριάδες του χειμώνα είναι άγνωστες και τα πυρίφλογα καλοκαίρια απαλύνονται από το ζέφυρο.

Τους τρεις τελευταίους μήνες του χρόνου φυσάνε νοτιάδες και φέρνουν άφθονες βροχές, που ξανανιώνουνε τη χλόη και διατηρούν όλη τη φρεσκάδα της ανοιξιάτικης βλάστησης. Ακόμα και με τα μεγαλύτερα κρύα, στη Σμύρνη το θερμόμετρο δεν πέφτει κάτω από τους 10 βαθμούς και πότε πότε, ακόμα και το Γενάρη τυχαίνει να ανέβει ως τους 26…

Όσοι πέρασαν από τη Σμύρνη δε θα ξεχάσουν τον επίγειο παράδεισο των φρούτων της, που από το εμπόριό τους με το εξωτερικό περίσσευαν τεράστιες ποσότητες για τις ντόπιες αγορές και στοιβαγμένες στα τσαρσιά και στα καντούνια, ήταν χαρά και μαρτύριο μαζί για την όραση ή την όσφρηση των επιρρεπών στη γαστριμαργία.

Αν ένας Σμυρνιός ήταν τόσο φτωχός που να μην μπορεί να αγοράσει παρά ψωμοτύρι και φρούτα, τα πάμφθηνα τούτα είδη, εξαίσια σε ποιότητα, του εξασφάλιζαν μιας πρώτης γραμμής βασική διατροφή για όλη του τη ζωή.

Τα φρούτα της Σμύρνης προέρχονταν από τον κάμπο της, ονομαστό για τη γονιμότητά του και την ποικιλία της παραγωγής του. Τούτος ο κάμπος καλλιεργείται πλούσια και σπέρνεται με κλήματα, ελιές, λεμονιές, πορτοκαλιές, συκιές, μουριές και κυπαρίσσια…

Το καλοκαίρι ξεχειλίζει από αμέτρητες ροδοδάφνες που προσθέτουν ακόμα περισσότερα στην ομορφιά του…

Θ. Καρζής
read more “Σμύρνη. Ο επίγειος παράδεισος Των μπακτσεβάνηδων και των ζαρζαβατσήδων”