Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

Οι 12 χειρότερες γενοκτονίες της ιστορίας




Η λέξη "Γενοκτονία" επινοήθηκε το 1944 για να αναφέρουμε ένα ιδιαίτερα συγκλονιστικό και αποτρόπαιο έγκλημα βίας, που τότε πίστευαν, πως δεν θα επαναληφθεί ξανά. Σας παραθέτω εδώ τις 10 πιο βίαιες γενοκτονίες που έγιναν στην ιστορία μας αντίστροφα.


12. Σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν (1979-1989)

Η στρατιωτική κατάληψη του Αφγανιστάν που έγινε από την Σοβιετική Ένωση προκάλεσε μεγάλη αγανάκτηση στους προοδευτικούς και στους φιλελεύθερους λαούς όλου του κόσμου.Η εισβολή αυτή διήρκησε 9 χρόνια και είχε ως αποτέλεσμα γεγονότα και στο εξωτερικό και στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ένωσης όπως η διάλυση της ΕΣΣΔ και οι βλάβες στο Αφγανιστάν και στην υποδομή του μετά την εισβολή. Αυτή η εισβολή είναι ένας σημαντικός λόγος για τη σημερινή κατάσταση του Αφγανιστάν....



11. Κατάτμηση της Ινδίας το 1947

Το διαμέρισμα της βρετανικής Ινδίας το 1947,το οποίο δημιούργησε τα δύο ανεξάρτητα κρατοι του Πακιστάν και της Ινδίας, ακολούθησε μία από τις πιο σκληρές και πιο αιματηρές μεταναστεύσεις και θρησκευτικές και εθνοτικές καθάρσεις στην ιστορία και είχε ως αποτέλεσμα την αναγκαστική μεταφορά ενός ποσοστού 14 - 18.000.000 ατόμων μεταξύ των δύο χωρών.. Η επακόλουθη θρησκευτική έχθρα και σύγκρουση είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο περίπου δύο εκατομμυρίων Ινδουιστών, Μουσουλμάνων και Σιχ και απαγωγή, βιασμό και τη δολοφονία αμέτρητων γυναικών και παιδιών.
Ήταν πράγματι μια από τις πιο απάνθρωπες  εκδηλώσεις των θρησκευτικών κοινοτήτων και της μισαλλοδοξίας, με λίγες ομοιότητες στην ιστορία.


10. Βοσνία και Ερζεγοβίνη 1992-1995

Ο πόλεμος στη Βοσνία μπορεί να θεωρηθεί τόσο μια γενοκτονία ενάντια μουσουλμανικός πληθυσμός της Βοσνίας, καθώς και ένα gendercide εναντίον Μουσουλμάνων ανδρών ειδικότερα. Στις αρχές  Απριλίου 1992, οι σερβικές δυνάμεις σάρωσαν μεγάλο μέρος της Βοσνίας και Ερζεγοβίνης, και έκαναν απέλαση των μη Σέρβων και, ιδίως, των Βόσνιων Μουσουλμάνων, σε μια εκστρατεία τρομοκρατίας. Κατά τη διαδικασία αυτή, ο όρος etnicko cišcenje (εθνοκάθαρση) πέρασε από Σερβοκροατικά σε Αγγλικά για να ενσωματώσει τη βιαιότητα της σύγκρουσης στην οποία ο κύριος στόχος ήταν να σβήσουν όλα τα ίχνη ενός πολιτισμού. Ο αριθμός των νεκρών είχε αρχικά εκτιμηθεί το 1994 σε περίπου 200.000 ή και περισσότερο.


9. Η εισβολή των ΗΠΑ στο Βιετνάμ

Ο πόλεμος του Βιετνάμ ήταν μια στρατιωτική σύγκρουση Ψυχρού Πολέμου που συνέβη στο Βιετνάμ, το Λάος, την Καμπότζη  από την 1η Νοεμβρίου 1955 έως την πτώση της Σαϊγκόν στις 30 Απριλίου 1975. Ο αριθμός των στρατιωτικών και μη στρατιωτικών θανάτων 1955 - 1975 συζητείται. Το 1995, η κυβέρνηση του Βιετνάμ ανέφερε ότι οι στρατιωτικές δυνάμεις της, συμπεριλαμβανομένων των ΤΠΕ, υπέστει 1.100.000 νεκρούς και 600.000 τραυματίες κατά τη διάρκεια της σύγκρουση Ανόι με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Θανάτοι αμάχων τέθηκαν σε δύο εκατομμύριαστο Βορρά και Νότο, και η οικονομική αποζημίωση ήταν αναμενόμενη. Το Ανόι απέκρυψε στοιχεία κατά τη διάρκεια του πολέμου για να μην αποθαρρύνει τον πληθυσμό. Οι εκτιμήσεις των μη στρατιωτικών θανάτων που προκαλούνται από τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς στην Επιχείρηση Rolling Thunder σε φάσμα από 52.000 σε 182.000. Ο στρατός των ΗΠΑ έχει υπολογίσει ότι μεταξύ 200.000 και 250.000 στρατιώτες στο  Νότιο Βιετνάμ έχασαν τη ζωή τους στον πόλεμο.


8. Ρουάντα 1994

Μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου 1994, κατ 'εκτίμηση 800.000 πολίτες της Ρουάντα, σκοτώθηκαν σε διάστημα 100 ημερών. Οι περισσότεροι από τους νεκρούς ήταν Τούτσι και οι περισσότεροι από εκείνους που διέπραξαν τη βία ήταν Χούτου. Σε κάποια χωριά της περιοχής, ανάγκασαν τους πολιτοφύλακες του Χούτου να σκοτώσουν τους Τούτσι τους γείτονές τουςειδάλλως θα αντιμετώπιζαν ποινή του θανάτου οι ίδιοι αλλα και ολόκληρη η οικογένειά τους.Ανάγκασαν επίσης τους Τούτσι να σκοτώσουν τα μέλη των ίδιων των οικογενειών τους. Οι δολοφονίες έληξαν μετά από τους ένοπλους αντάρτες Τούτσι που εισέβαλλαν από τις γειτονικές χώρες και κατάφεραν να νικήσουν τους τους Χούτου και να σταματήσει ηγενοκτονία, τον Ιούλιο του 1994. Πάνω από το ένα δέκατο του πληθυσμού, περίπου 800.000 άτομα, εκτιμάται ότι είχαν σκοτωθεί.


7. Απέλαση των Γερμανών

Η εκδίωξη των Γερμανών μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο οδήγησε στην αναγκαστική μετανάστευση και την εθνοκάθαρση των Γερμανών υπηκόων και εθνοτικών Γερμανών από τη Γερμανία και των περιοχών που διεκδικούνταν από τη Γερμανία κατά τα τρία πρώτα χρόνια μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η πλειοψηφία των απελάσεων συνέβησαν στην Τσεχοσλοβακία, την Πολωνία και την Ευρωπαϊκή Ένωση Σοβιετικών. Άλλες εμφανίστηκαν σε περιοχές της βόρειας Γιουγκοσλαβίας, και σε άλλες περιοχές της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Εκτιμήσεις των συνολικών θανάτων των Γερμανών αμάχων κυμαίνονται από 500.000 έως το μέγιστο των 3,2 εκατομμυρίων ανθρώπων. Το τέλος του πολέμου στην Ευρώπη ήταν μόνο η αρχή των δεινών για τα εκατομμύρια των ανθρώπων που έμειναν άστεγοι από τις μάχες, που κυκλοφόρησαν από την αιχμαλωσία ή εκδιώχθηκαν ως πράξη εκδίκησης.


6. Ρωσική Αυτοκρατορία

Μια γενοκτονία εις βάρος του έθνους από την τσαρική Ρωσία του 19ου αιώνα έχει ξεχαστεί σχεδόν εξ ολοκλήρου ότι ήταν η μεγαλύτερη γενοκτονία του 19ου αιώνα. Περίπου 1 με 1.500.000 Τσερκέζοι έχασαν τη ζωή τους μετά από εντολή του τσάρου και τα περισσότερο μέρος του μουσουλμανικού πληθυσμού απελάθηκε κυρίως στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, με αποτέλεσμα την εξορία του άλλων  1.500.000 Τσερκέζων .Αυτό εκμηδένισε ουσιαστικά το 90% του έθνους. Πολλοί περισσότεροι Τσερκέζοι σκοτώθηκαν από τις πολιτικές των βαλκανικών κρατών, κυρίως τη Σερβία και τη Βουλγαρία, η οποία απέκτησε την ανεξαρτησία της την εποχή εκείνη.


5. Καμπότζη

Η γενοκτονία της Καμπότζης 1975-1979, στην οποία περίπου 1,7 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους (21% του πληθυσμού της χώρας), ήταν μια από τις χειρότερες ανθρώπινες τραγωδίες του περασμένου αιώνα. Το καθεστώς των Κόκκινων Χμερ με επικεφαλής τον Πολ Ποτ σε συνδυασμό με την εξτρεμιστική ιδεολογία για εθνική εχθρότητα και μια διαβολική περιφρόνηση για την ανθρώπινη ζωή να παράγει καταπίεση, τη δυστυχία, και τη δολοφονία σε μαζική κλίμακα. Οι Ερυθροί Χμερ απαγόρευσαν  με διάταγμα την ύπαρξη της εθνικής Κίνας, Βιετνάμ, μουσουλμανική Cham, και 20 άλλες μειονότητες, που αποτελούσαν συνολικά το 15% του πληθυσμού στις αρχές του κανόνα των Κόκκινων Χμερ.. Δεκάδες χιλιάδες Βιετναμέζοι βιάστηκαν, ακρωτηριάστηκαν και δολοφονήθηκαν. Οι περισσότεροι από τους επιζώντες κατέφυγαν στο Βιετνάμ.


4. Σοβιετική Ένωση

Οι χασάπηδες της Σοβιετικής Ένωσης σκότωσαν μεταξύ 25 εκατομμύρια και 60 εκατομμύρια αθώους ανθρώπους άνδρες, γυναίκες και μικρά παιδιά. Οι πιο αξιόπιστες εκτιμήσεις δείχνουν έναν πληθυσμό τριών εκατομμυρίων, μεταξύ 300.000 και 500.000 έχασαν τη ζωή τους ή απελάθηκαν το 1919-20. Υπήρχαν τρεις διακριτές περιόδοι που μπορεί να κληθούν γενοκτονίες.Πρώτον η μεγάλη πείνα που προκαλείται από κολεκτιβοποίηση της γεωργίας, στα τέλη της δεκαετίας του 1920 δεύτερον, οι μεγάλες εκκαθαρίσεις στα μέσα της δεκαετίας του 1930, και, τρίτον, η «απομάκρυνση» των λαών από τις πατρίδες τους κατά τη διάρκεια του Β 'Παγκοσμίου Πολέμου. Υπό τη δικτατορία του Ιωσήφ Στάλιν, δεκάδες εκατομμύρια  απλών πολιτών εκτελέστηκαν ή φυλακίστηκαν σε στρατόπεδα εργασίας που στη ουσία ήταν κάτι περισσότερο από στρατόπεδα θανάτου.


3. Το ναζιστικό Ολοκαύτωμα

Το Ολοκαύτωμα ήταν η συστηματική, γραφειοκρατική και χρηματοδοτούμενη δίωξη και δολοφονία περίπου έξι εκατομμυρίων Εβραίων από το ναζιστικό καθεστώς και τους συνεργάτες του. Κατά τη διάρκεια της εποχής του Ολοκαυτώματος, οι γερμανικές αρχές στοχεύουν άλλες ομάδες, επειδή εκπέμπουν «φυλετικά κατώτερες» τους: Ρομά (Τσιγγάνοι), άτομαμε ειδικές ανάγκες, καθώς και μερικοϋς από τν Σλαβικό λαό, Πολωνοί, Ρώσοι και άλλοι. Άλλες ομάδες διώχθηκαν λόγω των πολιτικών, ιδεολογικών πεποιθήσεων και για λόγους συμπεριφοράς, μεταξύ των οποίων και Κομμουνιστές, Σοσιαλιστές, Μάρτυρες του Ιεχωβά, και ομοφυλόφιλοι. Ξεκίνησε με ένα απλό μποϊκοτάζ των εβραϊκών καταστημάτων και έληξε με τους θαλάμους αερίων στο Άουσβιτς.Ο Αδόλφος Χίτλερ και οι ναζιστικοι οπαδοί του προσπάθησαν να εξοντώσουν ολόκληρο τον Εβραικό πληθυσμό της Ευρώπης. Τα δύο τρίτα του πληθυσμού των εννέα εκατομμυρίων Εβραίων οι οποίοι είχαν διαμείνει στην Ευρώπη πριν από το Ολοκαύτωμα σκοτώθηκαν.


2. Γενοκτονία των Αρμενίων


Ως γενοκτονία των Αρμενίων αναφέρονται τα γεγονότα εξόντωσης Αρμενίων πολιτών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τη διάρκεια του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Εντολές για εκκαθαρίσεις Αρμενίων είχαν δοθεί νωρίτερα από το Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ (1894-96) ωστόσο η κύρια ευθύνη για τις πλέον εκτεταμένες σφαγές τους αποδίδεται στο κίνημα των Νεότουρκων (1908-18)[1]. Ως έναρξη της Αρμενικής Γενοκτονίας συμβολικά θεωρείται η 24η Απριλίου του 1915[2], όταν η ηγεσία της Αρμενικής κοινότητας της Κωνσταντινούπολης φυλακίστηκε και εκατοντάδες Αρμένιοι της Πόλης απαγχονίστηκαν.
Τουρκικές πηγές αναφέρουν ότι ο αριθμός των νεκρών Αρμενίων ήταν από 600.000 ως 800.000, ενώ Δυτικές και Αρμενικές πηγές ανεβάζουν τον αριθμό των σφαγιασθέντων στο 1.500.000[3].
Θεωρείται μια από τις πρώτες σύγχρονες γενοκτονίες[4]. Η Τουρκία αρνείται την ύπαρξη «γενοκτονίας» και ισχυρίζεται ότι πραγματοποιήθηκε ένας βίαιος εκτοπισμός του Αρμενικού πληθυσμού[5]. Μέχρι το 2010, 23 κράτη είχαν αναγνωρίσει επισήμως τα γεγονότα ως γενοκτονία των Αρμενίων, όπως και η Διεθνής Ένωση Μελετητών για τη Γενοκτονία (International Association of Genocide Scholars)[6].
Η Γενοκτονία των Αρμενίων πραγματοποιήθηκε παράλληλα με γενοκτονίες σε βάρος και άλλων χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλ. των Ελλήνων και των Ασσυρίων (Νεστοριανών χριστιανών).



ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΔΕΝ ΞΕΧΝΑΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

1. Η Γενοκτονία των Ποντίων

Eνα εκλεκτό τμήμα του Ελληνισμού ζούσε στα βόρεια της Μικράς Ασίας, στην περιοχή του Πόντου, μετά τη διάλυση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η άλωση της Τραπεζούντας το 1461 από τους Οθωμανές δεν τους αλλοίωσε το φρόνημα και την ελληνική τους συνείδηση, παρότι ζούσαν αποκομμένοι από τον εθνικό κορμό. Μπορεί να αποτελούσαν μειονότητα -το 40% του πληθυσμού, αλλά γρήγορα κυριάρχησαν στην οικονομική ζωή της περιοχής, ζώντας κυρίως στα αστικά κέντρα.
Η οικονομική τους ανάκαμψη συνδυάστηκε με τη δημογραφική και την πνευματική τους άνοδο. Το 1865 οι Έλληνες του Πόντου ανέρχονταν σε 265.000 ψυχές, το 1880 σε 330.000 και στις αρχές του 20ου αιώνα άγγιζαν τις 700.000. Το 1860 υπήρχαν 100 σχολεία στον Πόντο, ενώ το 1919 υπολογίζονται σε 1401, ανάμεσά τους και το περίφημο Φροντιστήριο της Τραπεζούντας. Εκτός από σχολεία διέθεταν τυπογραφεία, περιοδικά, εφημερίδες, λέσχες και θέατρα, που τόνιζαν το υψηλό τους πνευματικό επίπεδο.
Το 1908 ήταν μια χρονιά - ορόσημο για τους λαούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τη χρονιά αυτή εκδηλώθηκε και επικράτησε το κίνημα των Νεότουρκων, που έθεσε στον περιθώριο τον Σουλτάνο. Πολλές ήταν οι ελπίδες που επενδύθηκαν στους νεαρούς στρατιωτικούς για μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό της θνήσκουσας Αυτοκρατορίας.
Σύντομα, όμως, οι ελπίδες τους διαψεύστηκαν. Οι Νεότουρκοι έδειξαν το σκληρό εθνικιστικό τους πρόσωπο, εκπονώντας ένα σχέδιο διωγμού των χριστιανικών πληθυσμών και εκτουρκισμού της περιοχής, επωφελούμενοι της εμπλοκής των ευρωπαϊκών κρατών στο Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Το ελληνικό κράτος, απασχολημένο με το «Κρητικό Ζήτημα», δεν είχε τη διάθεση να ανοίξει ένα ακόμη μέτωπο με την Τουρκία.
Οι Τούρκοι με πρόσχημα την «ασφάλεια του κράτους» εκτοπίζουν ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού στην αφιλόξενη μικρασιατική ενδοχώρα, μέσω των λεγόμενων «ταγμάτων εργασίας» («Αμελέ Ταμπουρού»). Στα «Τάγματα Εργασίας» αναγκάζονταν να υπηρετούν οι άνδρες που δεν κατατάσσονταν στο στρατό. Δούλευαν σε λατομεία, ορυχεία και στη διάνοιξη δρόμων, κάτω από εξοντωτικές συνθήκες. Οι περισσότεροι πέθαιναν από πείνα, κακουχίες και αρρώστιες.
Αντιδρώντας στην καταπίεση των Τούρκων, τις δολοφονίες, τις εξορίες και τις πυρπολήσεις των χωριών τους, οι Ελληνοπόντιοι, όπως και οι Αρμένιοι, ανέβηκαν αντάρτες στα βουνά για να περισώσουν ό,τι ήταν δυνατόν. Μετά τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1916, οι τούρκοι εθνικιστές υπό τον Μουσταφά Κεμάλ είχαν πλέον όλο το πεδίο ανοιχτό μπροστά τους για να εξολοθρεύσουν τους Ελληνοπόντιους. Ό,τι δεν κατάφερε ο Σουλτάνος σε 5 αιώνες το πέτυχε ο Κεμάλ σε 5 χρόνια!
Το 1919 οι Έλληνες μαζί με τους Αρμένιους και την πρόσκαιρη υποστήριξη της κυβέρνησης Βενιζέλου προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα αυτόνομο ελληνοαρμενικό κράτος. Το σχέδιο αυτό ματαιώθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι εκμεταλλεύθηκαν το γεγονός για να προχωρήσουν στην «τελική λύση».
Στις 19 Μαΐου 1919 ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάζεται στη Σαμψούντα για να ξεκινήσει τη δεύτερη και πιο άγρια φάση της Ποντιακής Γενοκτονίας, υπό την καθοδήγηση των γερμανών και σοβιετικών συμβούλων του. Μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 οι Ελληνοπόντιοι που έχασαν τη ζωή τους ξεπέρασαν τους 200.000, ενώ κάποιοι ιστορικοί ανεβάζουν τον αριθμό τους στις 350.000.
Όσοι γλίτωσαν από το τουρκικό σπαθί κατέφυγαν ως πρόσφυγες στη Νότια Ρωσία, ενώ γύρω στις 400.000 ήλθαν στην Ελλάδα. Με τις γνώσεις και το έργο τους συνεισέφεραν τα μέγιστα στην ανόρθωση του καθημαγμένου εκείνη την εποχή ελληνικού κράτους και άλλαξαν τις πληθυσμιακές ισορροπίες στη Βόρειο Ελλάδα.
Με αρκετή, ομολογουμένως, καθυστέρηση, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα στις 24 Φεβρουαρίου 1994 την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως Ημέρα Μνήμης για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού.


Πηγές:
rip-people
el.wikipedia.org
http://himaira.blogspot.com/ 
http://www.pireasnews.gr/
read more “Οι 12 χειρότερες γενοκτονίες της ιστορίας”

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011

Μαντώ Μαυγογένους – Μια μαύρη σελίδα της Επανάστασης του 1821






mavrogenous Μαντώ Μαυγογένους   Μια μαύρη σελίδα της Επανάστασης του 1821
Του Γιώργου Λαμψίδη
Μαντώ Μαυρογένους, μια ωραιότατη νέα από Ελληνική οικογένεια της Ρουμανίας, μετά από τον αποκεφαλι­σμό του θείου της – αδελφού του πατέ­ρα της – από τον σουλτάνο, έφυγε κρυφά με την οικογένειά της στην Ιτα­λία και εγκαταστά­θηκε στην Τεργέστη, όπου ο πατέρας της, ο Νικόλαος Μαύρογένης, μπήκε στο εμπόριο και με τα πλούτη του βοήθησε τον Λάμπρο Κατσώνη για τη δημιουργία μικρού στόλου.
Η ομορφιά της κόρης συνδυαζόταν· με την παλληκαριά της και από την Ιτα­λία έφυγε με τη μά­να της – ο πατέρας της στο μεταξύ είχε πεθάνει – όταν έμαθε ότι άρχισε ο αγώνας στην Ελλάδα για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού. Η οικογένεια Μαυρογένη – με άφθονα πλούτη – εγκαταστάθηκε στην Πάρο, πατρίδα της μητέρας της. Εκεί η Μαντώ προσχώρησε στη Φιλική Εταιρία και αποφάσισε να ξεκαθαρίσει το Αιγαίο από Τούρ­κους και Αλγερινούς πειρατές και σφαγείς. Για το σκοπό αυτό έπεισε τους εκεί άρχοντες να σχημα­τίσουν έναν μικρό στόλο που αποτελέστηκε από 5 πλοία, δύο από τα οποία έγιναν με δικά της έξοδα.
Μέσα σε 5 μήνες, η πειρατεία και οι επιδρομές στο Αιγαίο συντρίφθηκαν και η Μαντώ, που ήταν και η ίδια καπετάνιος, ενθαρρυμένη από τις νίκες αυτές, πέρασε με το μικρό της στόλο στην Εύβοια και ύστερα με ένα ισχυρό στρατιωτικό απόσπα­σμα, που το ίδρυσε και το συντηρούσε η ίδια, διέ­σχισε τη Θεσσαλία, όπου έδωσε σκληρές μάχες και αναδείχθηκε αρχηγός της μικρής στρατιωτικής ομά­δας. Ήταν κάτι το εξαιρετικό για την εποχή εκείνη, γυναίκα επαναστάτης.
Οταν έμαθε στα 1822 ότι οι Έλληνες κατέλαβαν το Ναύπλιο, αποφάσισε να κατεβεί στην Πελο­πόννησο νια να ενισχύσει και μονιμοποιήσει, μαζί με τους άλλους αγωνιστές, τις κατακτήσεις της Επα­νάστασης.
Στο Ναύπλιο πήρε μέρος σε πολλές μάχες γύρω από την πολιορκημένη πόλη, ντυμένη ανδρικά και
Μάταια γύρεψαν έπειτα από λίγα χρόνια, μερικοί άνθρωποι που θυμόταν ακόμη τη Μα­ντώ, να βρουν τον τάφο της. Ούτε ένας σταυ­ρός με το όνομά της δεν είχε σωθεί εκεί που την έθαψαν. Οι σύγχρονοι μπορεί να ξεχνούν. Μα οι μεγάλες ψυχές ποτέ δεν χάνονται. Τις παίρνει στα φτερά της η δόξα». Μόνο ένα άγαλμα στή­θηκε στη Μύκονο…
αρματωμένη. Εκεί σε μια μάχη γνώρισε και το στρατηγό της Επανάστασης και στρατιωτικό ηγέτη των διάσπαρτων αγωνιστών, τον Δημήτριο Υψηλάντη, αδελφό του Αλέξανδρου Υψηλάντη. Ο Αλέξανδρος, ως γνωστόν, ήταν αρχηγός του Ιερού Λόχου. Μετά τη συντριβή του στο Δραγατσάνι κατέφυγε στην Αυστρία, όπου φυλακίσθηκε και πέθανε στις φυ­λακές στα 1827.Η σχέση της όμορφης Μαντώς με τον Δημήτριο Υψηλάντη δυνάμωνε ολοένα όσο περνούσε ο και­ρός και ο έρωτάς τους τους οδήγησε να συγκατοι­κήσουν. Όμως η τότε πολιτική διοίκηση δεν έβλεπε με κα­λό μάτι τις σχέσεις αυτές και μια μέρα που έλειπε ο Δημήτριος Υψηλάντης σε μια μάχη, όργανα της τότε κυβέρνησης άρπαξαν τη Μαντώ, την έδεσαν με σχοινιά και την επιβίβασαν σε ένα πλοίο για να τη μεταφέρουν πίσω στην Πάρο.
Όταν επέστρεψε ο Υψηλάντης από τη μάχη και έμαθε την αρπαγή της Μαντώς, εξοργίσθηκε, αλ­λά η πολιτική διοίκηση, με τη βοήθεια ενός γιατρού του εξήγησε ότι η όλη ενέργεια της κυβέρνησης απέ­βλεπε στην αποκατάσταση της υγείας του, η οποία δεν ήταν τόσο καλή. Η φυματίωση από την οποία έπασχε, θα επιδεινωνόταν με τις ερωτικές σχέσεις του με τη Μαντώ.
Η Μαντώ όμως κατόρθωσε να επιστρέψει στο Ναύπλιο και να ζητήσει να νομιμοποιηθούν οι σχέ­σεις τους μια και όπως έλεγε, της υποσχέθηκε ο στρατηγός γάμο.
ΟΤΑΝ έφθασε στην Ελλάδα ο Ιωάννης Καποδί­στριας (1827), ως πρώτος κυβερνήτης, η Μα­ντώ με υπόμνημά της (1830) ζήτησε η κυβέρνηση να επιβάλλει στον Υψηλάντη το γάμο που της υπο­σχέθηκε ή να την πληρώσει (ποινική ρήτρα).
Ο Καποδίστριας δεν ήξερε τι να κάνει. Γι’ αυτό παρέδωσε το υπόμνημα στον υπουργό της Δικαι­οσύνης του, τον Ιωάννη Γεννάτο, νομομαθή που τον έφερε ο κυβερνήτης μαζί του για να δημιουργήσει μια στοιχειώδη Δι­καστική Υπηρεσία, η οποία ήταν άγνω­στη στην τότε απε­λευθερωμένη πε­ριοχή της Ελλάδας.
Τι περιείχε ακρι­βώς το υπόμνημα, είναι άγνωστο. Αλλά ο καθηγητής Κ. Τριανταφυλλόπουλος (Πρακτικά Ακα­δημίας 1936) δίνει ένα μέρος του υπο­μνήματος του Γεννάτου: «Εκ της γνω­μοδοτήσεως του Ιω­άννη Γεννάτου ευ­χερώς ανασυγκρο­τείται το περιεχόμενον του υπομνήμα­τος». Η γνωμοδότη- ση του Γεννάτου εί­χε ως εξής: «Εάν τω όντι έχει ομολογίαν ένεκα της οποίας ο κύριος Δ. Υψηλά­ντης δέχεται να πληρώσει όσα ζητήσει η κυρία Μα­ντώ, εάν μετά την αποκατάστασιν της Ελλάδος δεν τη νυμφευθεί, οποία δικαιώματα δύνανται εξ αυ­τής να πηγάσουν; Να την νυμφευθεί; Και η Εκκλη­σιαστική Αρχή δύναται να βιάσει γάμον; Εάν δεν εί­ναι απλή συμφωνία αλλά συνοδεύεται από την πράξιν της παρθενοφθορίας, ποίαν δύναμιν έχει η Εκ­κλησιαστική Αρχή;». Στην ουσία απορρίφθηκε το υπόμνημα της Μαντώς ή να την νυμφευθεί ή να την αποζημιώσει, επειδή η Μαντώ στις τότε κοινωνικές συνθήκες δεν μπορούσε να αποκαλύψει – από συ­στολή – την “παρθενοφθορία” (ξεπαρθένεμα) για να αναγκάσει την Εκκλησία να τελέσει το γάμο.
Το υπόμνημα της αυτό δεν διαβάστηκε στη Συ­νέλευση της Τροιζήνας. Η ιστορία όμως αυτή έκλει­σε για πάντα, όταν τον 1832 επήλθε ο θάνατος του Δημητρίου Υψηλάντη.
ΑΛΛΑ δεν ήταν μόνο το ζήτημα του γάμου: Το σπουδαιότερο ήταν η βαθμιαία οικονομική της εξαθλίωση από το 1823 και ύστερα. Αναφέρουμε μερικά αποσπάσματα, που μας τα διαφύλαγαν τα Αρχεία της Επανάστασης, που τυπώθηκαν με τον τίτλο «Αρχεία της Ελληνικής Παλιγγενεσίας» (1972).
Τα παραθέτω κάπως ανάκατα αλλά το συμπέ­ρασμα βγαίνει αβίαστο για την κατάντια μιας με­γάλης μορφής που έδωσε τα πάντα για την Επα­νάσταση που τη φανταζόταν με τα τιιο όμορφα και ζωηρά χρώματα με την πιο φιλελεύθερη ζωή, μια και όταν άρχισε είχε ψευδαισθήσεις: Μια μέρα που η μάνα της, η Ζαχαράτη, της έκανε την παρατήρη­ση ότι με τον τρόπο που δρα και σκέφτεται η πε­ριουσία τους – η προίκα της δηλαδή – κοντεύει να τελειώσει, η ενθουσιασμένη ηρωίδα των πρώτων χρόνων της επαναστατικής της δράσης – η Μαντώ – απάντησε όπως αναφέρει ο Σπύρος Μελάς στο έργο του «Μαντώ Μαυρογένους»: «Έχεις ξοδέψει, της είπε η μητέρα της, ένα μιλλιούνι γρόσια… δεν έχουμε τίποτα πια. Εσένα χρέωσα, της είπε, το σε­ντούκι άδειασε».
«Να χρεώσεις μητέρα την πατρίδα, αποκρίθηκε η Μαντώ. Αν κερδίσουμε στον μεγάλον τούτο αγώ­να, η πατρίδα δεν θα φανεί άδικη…».
Και η μάνα της προφήτεψε: «Σου το λέω θα απομείνεις στους πέντε δρόμους». Και το προμάντεμα της μάνας της βγήκε πολύ γρήγορα αλήθεια και διέψευσε τις ελπίδες της ωραίας επα­ναστάτριας. Οι δυστυχίες και η εξαθλίωση πρό­λαβαν τις ωραίες μέρες που κρυφά επέστρεψε η Μαντώ από την Πάρο στο Ναύπλιο, όπου ο Υψηλάντης αρνήθηκε ότι είχε υποσχεθεί γάμο στη Μαντώ.
Από το 1823, η Μαντώ υποβάλλει συνεχώς υπομνήματα στις Γενικές Συνελεύσεις, εκλιπα­ρώντας τη βοήθεια της κυβέρνησης για να «εξοι­κονομηθεί, δυστυχούσαν ήδη…». Η κυβέρνηση κωφεύει. Η Μαντώ δεν έχει ούτε μόνιμη στέγη. Κάνει συνεχείς αναφορές για το θέμα αυτό: τά οίκον τινά εθνικόν εις το Ναύπλιον δια να κα­τοικήσει…». Προσφεύγει στις διάφορες συνελεύ­σεις, εκλιπαρρώντας να πιέσουν τους δανειστές της να της επιστρέψουν τα δανεισθέντα…». Δεν μπορεί να βρει μια μόνιμη κατοικία.
Όπου στεγάζεται σε λίγο καιρό την αποβάλλουν «διότι δεν έχει γρόσια να πληρώσει»… Επανέρχεται συνεχώς στο θέμα της στέγης «διότι δεν ευρίσκει οίκον δια να κατοικήσει…».
Σε λίγα χρόνια πάλι επανέρχεται η στέγαση της: «Αναφορά της Μαντώς Μαυρογένους δια της οποί­ας ζητεί από τη Συνέλευση να της δοθεί οικία για να στεγασθεί… επειδή εξεδειόχθη από τη στέγην όπου ήτο…».
Αναγκάζεται να υπενθυμίσει τις δαπάνες που έκανε για το σχηματισμό του υικρού στόλου των Κυκλάδων: «Ζητεί 800 γρόσια για την εκστρατείαν εις Τήνον και Μύκονον…».
Η συντήρησή της και η στέγη είναι τα δυο μεγά­λα προβλήματά της και συνεχώς απευθύνεται στις Γενικές Συνελεύσεις, υπενθυμίζοντας τις θυσίες της για την πατρίδα. Και όμως κανείς δεν συγκινείται.
Και στα 1832, ύστερα από το θάνατο του Υψηλά­ντη, φεύγει για την Πάρο, χωρίς λεφτά και χωρίς καμία ενίσχυση από πουθενά.
Από το 1832 ως το 1848, όταν άφησε την τελευ­ταία της πνοή η μεγάλη αγωνίστρια, η ζωή της θα είναι ένα μαρτύριο: Οι γείτονες θα της φέρνουν ένα πιάτο φαγητό… Και τα λεξικά και οι εγκυκλοπαί­δειες θα γράψουν: «απέθανεν εν εσχάτη πενία…».
Και ο Μελάς στο έργο του θα τελειώσει με αυτά τα λόγια:
«Μάταια γύρεψαν έπειτα από λίγα χρόνια, μερικοί άνθρωποι που θυμόταν ακόμη τη Μα­ντώ, να βρουν τον τάφο της. Ούτε ένας σταυ­ρός με το όνομά της δεν είχε σωθεί εκεί που την έθαψαν. Οι σύγχρονοι μπορεί να ξεχνούν. Μα οι μεγάλες ψυχές ποτέ δεν χάνονται. Τις παίρνει στα φτερά της η δόξα». Μόνο ένα άγαλμα στή­θηκε στη Μύκονο…
Πηγή: Οικονομικός Ταχυδρόμος, 18/04/96
http://mathainoumeellinikiistoria.blogspot.com/
read more “Μαντώ Μαυγογένους – Μια μαύρη σελίδα της Επανάστασης του 1821”

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2011

Οι τούρκοι "σφράγισαν την μοίρα τους", όχι μόνο τις βίαζαν αλλά έκαναν και ανεξίτηλο τατουάζ πάνω στο σώμα τους…



Στοκχόλμη – ¨Τι θες να πω, να πω ότι αυτά τα τατουάζ τα έκαναν οι Τούρκοι; Γιατί; Σήμερα πια αυτό δεν είναι σημαντικό…¨ Τα λόγια αυτά εκφράζουν το μυστικό χιλιάδων γυναικών που διασώθηκαν από την Αρμενική γενοκτονία. 

Η Σουζάν Καρνταλιάν σκηνοθέτης της ταινίας ¨Τα τατουάζ της γιαγιάς μου¨ δηλώνει πως ¨Οι Τούρκοι δεν σφράγισαν μόνο τα χέρια αλλά και την μοίρα αυτών των γυναικών, γεμίζοντας με φρίκη, ντροπή και φόβο τις αναμνήσεις τους.

Η ταινία ¨Τα τατουάζ της γιαγιάς μου¨ της σκηνοθέτιδας Σουζάν Καρνταλιάν που περιγράφει την ιστορία της γιαγιάς της που υπήρξε μάρτυρας στην Αρμενική σφαγή του 1915, θα παρουσιαστεί σε φεστιβάλ ταινιών στην Στοκχόλμη στις 21 Σεπτεμβρίου.

Η ταινία εξερευνά την μοίρα των χιλιάδων ξεχασμένων γυναικών που βίωσαν την Αρμενική Γενοκτονία, καθώς και το μυστικό των τατουάζ που τους είχαν κάνει στα σώματα τους.

Η Σουζάν Καρνταλιάν μετά την ολοκλήρωση της ταινίας απάντησε σε ερωτήματα του Ermenihaber. Είπε πως η γιαγιά της δεν της μίλησε καθόλου για τα τατουάζ και πως ¨ Φορούσε λευκά γάντια και κάτω από αυτά έκρυβε τα τατουάζ της. Η γιαγιά μου προσπαθούσε να σβήσει αυτήν την άσχημη ανάμνηση των χρόνων της γενοκτονίας. Ακόμα και εμείς για αυτό το θέμα δεν μιλούσαμε καθόλου, σαν να υπήρχε κάποιο ταμπού. ¨

Η Καρνταλιάν ανέφερε πως μέχρι τα 16-17 της χρόνια δεν ήξερε τίποτε για την Αρμενική Γενοκτονία, και ότι η γιαγιά της άθελα παρέδωσε αυτό το τραύμα στις επόμενες γενιές. Η Καρνταλιάν λέει πως ¨Τώρα όλοι καταλαβαίνουμε πως τότε κάτι ξέραμε για αυτό, αλλά δεν το συζητήσαμε¨ και ότι η ταινία περιστρέφεται γύρω από αυτό το μυστικό.

Το μυστικό των τατουάζ
Η Καρνταλιάν αναφέρει πως και η ξαδέρφη της γιαγιάς της είχε ένα τέτοιο τατουάζ, αλλά και εκείνη αρνούνταν το παρελθόν… Και εκείνη τηρούσε σιγή για αυτό το θέμα και όταν μια μέρα η Καρνταλιάν την ρώτησε απάντησε λέγοντας πως ¨Τι θες να πω, να πω ότι αυτά τα τατουάζ τα έκαναν οι Τούρκοι; Γιατί; Σήμερα πια αυτό δεν είναι σημαντικό¨ και της είπε το μυστικό για τα τατουάζ.

Η Καρνταλιάν είπε ότι αυτά τα τατουάζ γινόταν δια της βίας στις γυναίκες και είπε : ¨ Κανείς δεν ζήτησε την άδεια τους για αυτό, έγιναν παρά την θέληση τους, και μετά την σωτηρία τους προσπαθούσαν να σβήσουν τα σημάδια αυτής της φρίκης. Γυναίκες είχαν μεγάλες πληγές στα σώματα τους καθώς προσπαθούσαν με χημικά να σβήσουν αυτά τα τατουάζ¨.

¨ΑΠΟ ΤΗΝ ΝΤΡΟΠΗ ΜΑΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΑΜΕ ΝΑ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ¨
Η Καρνταλιάν ανέφερε πως γενικά οι Αρμένιοι άντρες δεν ήθελαν τις διασωθείσες με τατουάζ αυτές γυναίκες, και ότι οι βιασθείσες αυτές γυναίκες κατά το 1924 έκαμναν στην Βυρητό επανόρθωση του παρθενικού τους υμένα.

Με βάση μια έρευνα που έκανε η Βαχέ Ταστσιάν οι διασωθείσες αυτές γυναίκες και ιδιαίτερα αυτές με τατουάζ δεν ήταν αποδεκτές από τους Αρμένιους άντρες. Η Καρνταλιάν τόνισε πως τέτοιες σελίδες φρίκης υπάρχουν στην ιστορία τους και ότι ¨Λόγω της ντροπής δεν συζητούσαμε αυτά τα θέματα¨.

Η Καρνταλιάν λέει πως αυτή ντροπή έρχεται στις νέες γενιές μέσα από τα γονίδια και λέει πως ¨Προφανώς η ντροπή ήταν ο λόγος της σιωπής της γιαγιάς μου¨.

¨ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΣΦΡΑΓΙΣΑΝ ΤΗΝ ΜΟΙΡΑ ΤΟΥΣ¨

Η Καρνταλιάν εξέφρασε την λύπη της για το ότι η ταινία καθυστέρησε και είπε ¨Μακάρι η γιαγιά μου να μου είχε εξηγήσει νωρίτερα όχι μόνο το μυστικό των λευκών γαντιών αλλά και αυτή την μαύρη σελίδα της ζωής της και το φρικώδες μυστικό που έκρυβε¨.

Σχόλιο : Δηλαδή οι Τούρκοι όχι μόνο τις βίαζαν αλλά έκαναν και ανεξίτηλο τατουάζ πάνω στο σώμα τους…
"Αυτά τα τατουάζ τα έκαναν οι Τούρκοι…" 
Κουρδικό Πρακτορείο Φιράτ 18-9-2011
Μετάφραση από το Ιστολόγιο ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΝΕΑ


ΣΧΟΛΙΟ ΑΝΤΙΠΑΡΑΚΜΗΣ:
Μην περιμένετε να διαβάσετε την είδηση σε κάποιο μεγάλο Ελλαδικό portal όπως το Zougla ή να τη δείτε σε κάποια τηλεοπτικό κανάλι. Εκεί προτιμάνε τις Τουρκικές σαπουνόπερες.
Πιστά υπάκουα σκυλάκια της Νέας Τάξης.

από το Αντιπαρακμή
read more “Οι τούρκοι "σφράγισαν την μοίρα τους", όχι μόνο τις βίαζαν αλλά έκαναν και ανεξίτηλο τατουάζ πάνω στο σώμα τους…”

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Η Ιστορική Μονή της οικογενείας Καλλέργη στην Γωνέα της Μάνης




Από τον  Σταύρο Λιλόγλου
http://www.pireasnews.gr
Είναι ένα από τα καλύτερα κρυμμένα μυστικά της μανιάτικης γης.
 Όλοι θα περάσουν από τον Κότρωνα, αλλά σχεδόν κανείς δεν θα μπει στον κόπο να ανηφορίσει την πλαγιά του βουνού Αραβίκια, πάνω από το ωραίο παραθαλάσσιο χωριουδάκι. 
Ο ανηφορικός τσιμεντόδρομος καταλήγει στην νότια άκρη του βουνού στο μοναστήρι της, σε μια θέση με εκπληκτική θέα. Σαν από αεροπλάνο θα θαυμάζετε κάτω τον Κότρωνα και την Προσηλιακή Μάνη.
Η μονή Μεταμορφώσεως Σωτήρα Γωνέας βρίσκεται πολύ κοντά στο χωριουδάκι Γωνέα και είναι εν μέρει αναστηλωμένη. 


Διατηρεί εξαιρετικά την αρχιτεκτονική της φυσιογνωμία και γύρω από την πλακόστρωτη αυλή σώζονται παλιά κελιά, πολλές λίθινες σκάλες, θυρίδες και τοξωτά ανοίγματα, ενώ στο βόρειο μέρος υπάρχουν εκτενείς οχυρώσεις με επάλξεις και πολεμίστρες.




Από εκεί η θέα αληθινά κόβει την ανάσα! Το καθολικό είναι ένα από τα ομορφότερα εκκλησιαστικά μνημεία της Μάνης και είναι στολισμένο με ένα πολύ μεγάλο πλήθος τοιχογραφιών πολύ καλά διατηρημένων με χρώματα που λάμπουν ολοζώντανα! 
Υπάρχουν δύο στρώματα τοιχογραφιών και χρονολογούνται πιθανώς στον 14ο αιώνα, εποχή που χτίστηκε η εκκλησία.







Η Γωνέα, οικισµός της κώµης του Κότρωνα της περιοχής Τευθρώνης του δήµου ανατολικής Μάνης είναι ο τόπος καταφυγής κλάδου της οικογένειας των εκ Κρήτης Καλλέργηδων.
Οι Καλλέργηδες περί τα μέσα του 17ου µ.Χ. αιώνα, καταδιώχθηκαν από τους Τούρκους, διέφυγαν από την Κρήτη στη Μάνη και εποίκησαν τον οικισµό της Γωνέας, που βρίσκεται σε δυσπρόσιτη αντηρίδα, της σειράς των λόφων της Αραβίκιας σε υψόµετρο 100 µέτρων από τη θάλασσα και σε µικρή απόσταση από το µυχό του κόλπου της Κολοκυθιάς.







Ο οικισµός της Γωνέας μοιάζει µε εξώστη της Αραβίκιας και είναι φυσικό παρατηρητήριο, που κατοπτεύει τη θάλασσα, γιατί µε καθαρή ατμόσφαιρα φαίνονται στο βάθος του ορίζοντα τα Κύθηρα. Η Γωνέα συνδέεται µε την κώµη του Κότρωνα µε πλακόστρωτο, κατά το μεγαλύτερο μέρος, κατηφορικό δρόμο µε πολλά γυρίσματα στη σχεδόν κάθετη πλαγιά. 
 Η απόσταση από τον Κότρωνα µέχρι τη Γωνέα είναι µικρή και υπολογίζεται περίπου στην µισή ώρα (30’ λεπτά). Υπάρχει όµως και άλλος αγροτικός αµαξιτός δρόµος από τον Κότρωνα, που διέρχεται από τους οικισµούς Καρυαλού, Σκαλτσοτιάνικα, Ριγανόχωρα, Γωνέα και συνεχίζει µέχρι το µοναστήρι της Γωνέας.





Η µονή της Γωνέας των εκ Κρήτης Καλλέργηδων είναι και αυτή χτισµένη σε ψηλότερη αντηρίδα της Αραβίκιας νοτιανατολικά και αντίκρυ στον οικισµό της Γωνέας, σε απόσταση µικρότερη των δύο 2 χιλιοµέτρων. Η µονή είναι καθαγιασµένη προς τιµήν της Μεταµόρφωσης του Σωτήρα και είναι ευχαριστήρια έκφραση των Καλλέργηδων προς το Σωτήρα Χριστό για τη διάσωσή τους από τους Τούρκους και τους κινδύνους, που πέρασαν στη θαλάσσια περιπέτειά τους µέχρι να φθάσουν από την Κρήτη στη Μάνη. 




Η µονή της Γωνέας είναι και σήµερα µεγαλόπρεπη, παρά την εγκατάλειψή της και την αδιαφορία της αρχαιολογικής υπηρεσίας και των τοπικών αρχών.


Το υψηλό περιτείχισµα της µονής, τα κελιά, η τράπεζα, το αρχονταρίκι, ο φούρνος, οι αποθήκες και η σωζόµενη ωραία μικρή εκκλησία της µε τις αξιόλογες τοιχογραφίες, παρά τη λεηλασία και την παντελή έλλειψη συντήρησης, φανερώνουν την επιβλητική παρουσία της µονής, που πήγασε από την ευλάβεια και τη βαθιά πίστη των Καλλέργηδων στον Σωτήρα Χριστό.
Ο ναός έχει βυζαντινές τοιχογραφίες του 18ου µ.Χ. αιώνα. Στη δυτική κάµαρα απεικονίζονται «οι Αίνοι µε το Χριστό που περιβάλλεται από το ζωδιακό κύκλο». 
Ο «Οκτώβριος» εικονίζεται µε τη µορφή «σκορπιού». Κάτω από το ζωδιακό κύκλο στο βόρειο σκέλος υπάρχουν πιστοί, που δέονται και υµνούν τον Κύριο και στο νότιο απεικονίζονται κυρίως ζώα και χαλάζι, χιόνι, κρύσταλλος και φωτιά. 
Οι αρχαιολόγοι έχουν διαπιστώσει και δεύτερο στρώµα τοιχογραφιών, που διακρίνεται στην Ανατολική κάµαρα του ναού….


Από το µοναστήρι της Μεταµόρφωσης του Σωτήρος βλέπεις πολύ σιµά σου τον οικισµό της Γωνέας και πανοραµικά στο βάθος απλώνονται από βόρεια προς βορειοδυτικά όλα τα χωριά της Ανατολικής Μάνης µε την ακόλουθη σειρά Πύρριχος, Χιµάρα, Λουκάδικα, Ριγανόχωρα, Σκαλτσοτιάνικα, Λούτσα, Καρυαλού, Αλεπού Κότρωνας Βάττα, Καυκί, Φλοµοχώρι, Ζούδα, Αργιλιάς, ∆ρυαλί, Νύφι, Σολοτέρι, Κοκκάλα, Κορακιάνικα, Κυπριανός, Σπείρα, ∆ηµαρίστικα, Πιόντες, Λάγια.


Για την Ιστορία αναφέρω μια μάχη που συνέβει το 1614 ,στο σημείο που βρίσκεται κάτω από την ιστορική μονή, μεταξύ μανιατών και οθωμανών.
Συγκεκριμένα,  σουλτάνος, στην αδυναμία του να υποτάξει την Μάνη, ανάθεσε τη φροντίδα αυτή στο διάσημο Οθωμανό κουρσάρο Μουσολίν Ραίζ δίνοντας του τιμές, αξιώματα και συμπαραστάτη το Σιλάν-πασά των Ιωαννίνων.


Ο Μουσολίν Ραί  το 1613 εισχωρεί με πεζούς και στόλο στα χωριά του κόλπου της Κολοκυθιάς, στον Κότρωνα, που εκεί τα πλοία του βρίσκουν αραξοβόλι στο απάνεμο λιμανάκι της Αρέας-Κότρωνα και αποβιβάζει τα στρατεύματα του, τους πειρατές του.


Οι κάτοικοι των χωριών πανικόβλητοι πήραν τα όρη και τα βουνά για να κρυφτούν σε σπήλαια και τσαράνες προκειμένου να αποφύγουν την αιχμαλωσία, το θάνατο και τον εξανδραποδισμό. Ο Μουσολίν Ραίζ με δολοπλοκίες, ενέδρες και σκληρότητα διέσπειρε τον τρόμο και την απελπισία, κάποιοι εκ των προκρίτων και του κλήρου, που ήλθαν να διαπραγματευτούν, ανασκολοπίστηκαν βάρβαρα.


Τα στρατεύματα του Μουσολίν Ραίζ άρπαζαν και κατάστρεφαν ότι έβρισκαν μπροστά τους, παραδίδεται μάλιστα ότι στο δρόμο τους συνάντησαν ένα νέο άνδρα με σκοτισμένα λογικά, σακάτη (χωλό) στα άκρα, που περιφερόταν άσκοπα και αγνοούσε τον κίνδυνο, τον συνέλαβαν, για να τον ανακρίνουν, κι αυτός ξεστόμιζε ακαταλαβίστικα λόγια και παρά το ότι δεν λάμβαναν καμμία πληροφορία, συνέχιζαν να τον φέρουν μαζί τους, έχοντας τον ως προπομπό.


Στη διαδρομή της πορείας προς το χωριό Αφούγγια (Σκαλτσοτιάνικα), ο χωλός άνδρας άκουσε κλάματα μωρού και το ένστικτο του τον προέτρεψε με αλαλαγμούς και χοροπηδητά να ξεφωνίζει στρεβλές φράσεις που έλεγαν: "σκύλα πνίξε το παιδί σου για να σώσεις τη ζωή σου!!!, σκύλα πνίξε το μωρό σου για να σώσεις το λαό σου".


Το μωρό κατά την παράδοση συνέχισε το κλάμα και οι πειρατές εντόπισαν τη σπηλιά, που κρύβονταν οι φυγάδες, κυρίως γυναικόπαιδα.


Η είσοδος της σπηλιάς ήταν ένα μικρό στενό πέρασμα και οι εγκλωβισμένοι αντιστέκονταν με πείσμα και η σύλληψη των γυναικόπαιδων ήταν αδύνατη.


Οι επιδρομές του Μουσολίν Ραίζ με σπουδή για να τελειώνουν στα γρήγορα, έβαλαν φωτιά στο άνοιγμα της εισόδου, με δεδομένο το θλιβερό αποτέλεσμα, ο καπνός και η έλλειψη αερισμού τους δημιούργησε ασφυξία με αποτέλεσμα να προτιμήσουν το θάνατο παρά την αιχμαλωσία, την ατίμωση και τον εξανδραποδισμό.


Ο Μουσολίν Ραίζ θεώρησε πως ήταν εύκολα τα πράγματα και την επόμενη χρονιά, το 1614, έρχεται με χίλιους περίπου στρατιώτες και αντιμετωπίζει τους Μανιάτες με περίσσια σκληρότητα. Η οργή όμως η αγανάκτηση και το μένος των γενναίων της Μάνης έφερε το οικτρό τέλος τους.
 Οι Μανιάτες επιτέθηκαν με μανία κατά των Οθωμανών κάτω από το σημερινό μοναστήρι της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα της Γονέας στην περιοχή του κόλπου της Κολοκυθιάς, και κατάσφαξαν τους στρατιώτες του Μουσολίν Ραίζ, αλλά και ο ίδιος δεν διέφυγε το θάνατο...


Από τη συμφορά αυτή των Οθωμανών διασώθηκαν μόνο τέσσερις σύντροφοι του Μουσολίν Ραίζ, που διέφυγαν με βάρκα από ένα μικρό ορμίσκο του ακρωτηρίου Σταυρί, που σήμερα ονομάζεται Τουρκολίμανο.


Η περιοχή κάτω από το μοναστήρι του Σωτήρα των Καλλέργηδων της Γονέας και ακριβώς δεξιά στον παλιό πλακόστρωτο δρόμο Κότρωνα-Γονέας από το ρέμα και μετά μέχρι κάτω από το μοναστήρι και προς το μέρος της Αρέας ονομάζεται Ραζί ή Ραζία θυμίζοντας στους μεταγενεστέρους την πανωλεθρία του Μουσολίν Ραίζ και των συντρόφων του....




Σημείωση: Θερμές ευχαριστίες στον "οδηγό" μας σε αυτήν την υπεροχή αναζήτηση και συγκεκριμένα στον προπονητή TAE KWON DO της ΥΦΑΑ, της Ελληνικής Αστυνομίας κ. Δημακόγιαννη Δήμητρη.


ΠΗΓΕΣ:
-Κ. Μέρτζιου Η Μάνη στα αρχεία της Βενετίας-Λακωνικές Σπουδές έτος 1972
-"Ερανίσματα ιστορίας και λαογραφίας" του Γιάννη Λεκκάκου

read more “Η Ιστορική Μονή της οικογενείας Καλλέργη στην Γωνέα της Μάνης”

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Η ιστορία της Αγγελικής Ματθαίου (*)




Η Σμύρνη φλέγεται
Η ιστορία της Αγγελικής Ματθαίου (*)
(*) Από τη Φώκαια Σμύρνης
Είμαι η Αγγελική, του καπετάν Νικολή Πολίτη η κόρη από τις Νέες Φώκιες της Σμύρνης. Το 22 ήμουν ένα κοριτσάκι 6 έως 7 χρονών.
Ο πατέρας μου ήταν καπετάνιος. Είχαμε ένα μεγάλο καΐκι. Το είχε ονομάσει ο πατέρας μου «Πανούσα», επειδή έλεγαν την μητέρα μου Παναγιώτα και επειδή την αγαπούσε πολύ ονόμασε το καΐκι.
Ημασταν 6 άτομα, παιδιά και ο πατέρας και η μητέρα. Ο πατέρας μου ήταν από την Κωνσταντινούπολη και ήλθε στις Φώκιες και παντρεύτηκε λέγανε την ωραία Παναγιώτα. Ζούσαμε πολύ καλά διότι είχαμε πολύ...
περιουσία. Ο πατέρας μου ήταν μοναχοπαίδι. 
Είχαμε δύο σπίτια. Το ένα ήτανε στο Φαρδί Σοκάκι και το άλλο έξω από την πόλη.
Ο πατέρας μου είχε 400 δένδρα ελιές, είχε ένα αμπέλι στα 3 πηγάδια και το άλλο στα Μερσινάκια.
Τώρα θα γράψω για την Καταστροφή.
Τη νύχτα βγαίνανε στα παράθυρα και βλέπανε στα βουνά φωτιές. Αρχισε ο κόσμος να φοβάται. Η μητέρα μου δεν ήξερε τι να κάνει γιατί ο πατέρας μου έλειπε ταξίδι. Το δεύτερο βράδυ μαζεύτηκε όλη η γειτονιά στο δικό μας σπίτι. Θυμάμαι που κάνανε μία τούρκικη σημαία με το μισοφέγγαρο και τη βάλανε στο παράθυρο για να δούνε οι Τούρκοι. Το ίδιο βράδυ ήλθε ο πατέρας μου. Μας είπε να μην φοβόμαστε. Κλειστήκαμε στο σπίτι.
Ξαφνικά πλάκωσε ο τούρκικος στρατός. Ακούγαμε τύμπανα, ντουφεκιές, τραγούδια. Τα άλογα χλιμιντρούσανε. Δεν μπορώ να σας πω το τι γινόταν.
Τότε σηκώθηκε ο πατέρας μου να πάει να δη το καΐκι για να φύγουμε. Η μητέρα μου δεν τον άφηνε και της είπε θα πάω από άλλον δρόμο. Πήγε, αλλά το καΐκι το είχανε καταστρέψει. Δεν είχε ούτε κατάρτια ούτε πανιά ούτε μηχανή. Μας λέει θα πάμε στον Ασματερέ, εκεί ήταν ένα λιμανάκι και ίσως βρούμε καΐκι να φύγουμε για τη Μυτιλήνη.
Φύγαμε από τα βουνά. Εμένα με σήκωνε ο αδελφός μου στην ράχη του. Νύχτα ήτανε! Τα βουνά ήταν τόσο άγρια. Φωνάζανε τα σκυλιά, τα τσακάλια. Τα σκυλιά από τα εξοχικά σπίτια τρέχανε. Τα αγριογούρουνα μουγκρίζανε. Λες και θα χαλούσε ο κόσμος.
Αμίλητοι φθάσαμε στο λιμανάκι αλλά δεν υπήρχε τίποτε. Μόνο τα ζώα του κόσμου φωνάζανε λες και είχανε καταλάβει τον χωρισμό από τους δικούς τους.
Την άλλη μέρα οι Τούρκοι κατασκήνωσαν σε ένα χωράφι πολύ μεγάλο που το λέγανε Σητσακτερέ και αρχίσαν και κατεβαίνανε στην χώρα. Μαζεύανε τον κόσμο. Αλλον σκοτώνανε, άλλον κοπανούσανε με τα ντουφέκια. Τους άλλους τους ρίχνανε κάτω και τους πατούσανε στην κοιλιά και οι ανθρώποι κάνανε εμετό.
Εμείς είχαμε φύγει κρυφά και μπήκαμε σε ένα μεγάλο σπίτι αλλά μας βρήκανε. Κατεβάσανε τον πατέρα μου, τον βγάλανε το σαλβάρι του, το σακάκι του, τα παπούτσια του. Του πήρανε τη μεγάλη σακούλα με τα λεφτά και τα χρυσαφικά και μας βάλανε μαζί με άλλους που μαζεύανε από τα σπίτια τους.
Από τις πλεξούδες
Μας πήγαν σε ένα χωριό που το λέγανε Τσακμακλή. Μας αφήσανε σε ένα χωράφι και αρχίσανε να μαζεύουν τους άνδρες. Πήρανε τον πατέρα μου τον αδελφό μου και όλους. Μετά ακούσαμε τα πολυβόλα. Μας λέγανε όλοι ότι τους σκοτώσανε. Από τότε δεν τους είδαμε.
Το ίδιο βράδυ πήρανε την αδελφή μου στα βουνά. Παίρνανε τα κορίτσια. Την αδελφή μου την πήρανε τέσσερις. Είχε μακριές πλεξούδες. Οι δυό την πιάσανε από της πλεξούδες και οι άλλοι δύο από τα πόδια.
Το τι γινότανε εκείνο το βράδυ δεν λέγεται. Χαλούσε ο κόσμος. Φωνάζανε τα κορίτσια, κλαίγανε η μάνες τους, φωνάζανε, βουίζανε τα βουνά. Εγώ με ήχε η μητέρα μου κάτω από το φουστάνι της και έτρεμα σαν το φύλλο.
Η μητέρα μου σηκώθηκε και φώναζε «παιδί μου Κατερίνα που σε πάνε» και ένας Τούρκος της δίνει μια με το ντουφέκι και πέφτει και σπάει το κεφάλι της. Τρέχανε τα αίματα. Εγώ σήκωνα το φουστανάκι μου και τη σκούπιζα.
Την άλλη μέρα μας πήρανε από κει και αρχίσαμε να βαδίζουμε από βουνά όχι από δρόμους. Μας είχανε πάρει τα παπούτσια μας και τα βουνά ήτανε στρωμένα από αγκάθια. Ηταν αδύνατο να βαδίσουμε. Εκεί ήτανε το πολύ ξύλο οι κλοτσιές. Βαδίζαμε το βράδυ. Φθάσαμε σε ένα χωριό που το λέγανε Τσακμακλή. Ητανε ελληνικό χωριό.
Εκεί μας χώσανε τον έναν απάνω στόν άλλον. Για να μας βάλουνε μέσα σκοτώσανε 2 παιδιά και μιά γυναίκα. Και ξύλο με τα καμιτσιά αλύπητα. Ο κλαθμός και ο φόβος ήτανε αβάστακτα.
Εκείνο το βράδυ πήρανε και τη μανούλα μου. Ξέχασα να γράψω. Είχαμε και ένα μωράκι και όταν την πήρανε κρατούσε και το μωρό. Της το πήρανε και το πετάξανε σε έναν καλαμνιώνα που ήτανε λίμνη. Πάει και αυτό. Τη δε μανούλα μου την φέραν. Να σκεφτείτε τον πόνο της και τα δάκρυα της.
Εμεινα μόνο εγώ. Με σκέπαζε με το φουστάνι της σαν τη κλώσα που βάζει τα πουλάκια της κάτω από τα φτερά της.
Κάνω πολλά λάθη γιατί δεν μπορώ να γράψω από τα δάκρυα και τον πόνο που έχω. Μου έχουν μείνει αποθέματα. Είνε μεγάλος πόνος να μείνεις ορφανό τόσο μικρό και στα τούρκικα χέρια. Παρακαλώ το Θεό όλα τα παιδάκια να έχουν τη μανούλα τους. Να μην πονέσουνε σαν εμένα.
Ακουγα μανούλα που φωνάζανε και μαραινόμουν σαν το φύλλο που πέφτει από το δένδρο. Το πιο γλυκό πράγμα του κόσμου είναι η μάνα. Ολα αυτά τα χρόνια που ζω δεν τη ξέχασα.
Το δε πρωί μας πήγανε σε ένα χωριό που το λέγανε Μαινεμένη. Το χωριό ήτανε κάρβουνο. Το είχανε κάψει οι δικοί μας στρατιώτες όταν οπισθοχωρήσανε. Ηταν ελληνικό χωριό.
Μας περάσανε από μέσα για να δούμε που ήτανε καμένο. Εκεί είπαμε ότι εδώ θα μας κάψουνε και μας χτυπούσανε τόσο άγρια που μας φωνάζανε οι δική μας να σκύβουμε σαν τα πρόβατα. Εκεί κόψανε μιας γυναίκας τη μύτη.
Με τα πολλά φύγαμε από το χωριό. Βαδίζοντας, βγήκαμε σε ένα χωράφι που είχε άγριες αχλαδιές και ήταν φορτωμένες αχλάδια. Οσα μπορούσανε κόψανε να φάνε. Αλλά πιο πολύ ήτανε το ξύλο....
Συνέχεια βαδίζαμε δεν ξέρω πόσες μέρες. Πηγαίναμε για τη Μαγνησία. Βγαίνανε και το φωνάζανε ότι πάμε στην Μαγνησία. Είχε άνδρες που ξέρανε τούρκικα και μας φωνάζανε ότι πάμαι στην Μαγνησία να μας βγάλει λόγο ο Κεμάλ.
Και που νομίζετε που μας πήγανε; Σε ένα παλιό εργοστάσιο και μαζέψανε τους άνδρες, τους βάλανε μέσα τους γδύσανε και αρχίσανε και τους χτυπούσανε με τα καμιτσιά. Η άνδρες πηδούσανε σαν ποντίκια. Τους είχανε μαύρους. Η άνθρωποι πέσανε όλοι κάτω σαν πεθαμένοι με βογκητά με κλάματα από τους πόνους.
Δεν υπάρχει θεός
Το χειρότερο ήτανε ότι μαζέψανε τα γυναικόπαιδα και μας πήγανε σε ένα χωράφι γεμάτο μνήματα από Ελληνες στρατιώτες και σε κάθε μνήμα είχαν βάλει τα δίκοχα τους. Εκεί φαντασθείτε τι έγινε. Πέσαν οι γυναίκες στα μνήματα φωνάζανε, κλαίγανε και από πάνω κλωτσιές, πέτρες. Σπούσανε δένδρα, κλαριά και τις κοπανούσανε. Πολλές μάνες είχαν χάσει τα παιδιά τους σε αυτόν το πόλεμο. Μα δεν υπήρχε Θεός; Δεν υπήρχε κανένας νόμος για μας;
Μετά μας πήγανε σε αμπέλι και κόβανε τα φύλα και τα χώνανε στο στόμα να τα φάνε και όποιος δεν τα μάσαγε τον τρίβανε τα μούτρα του στο χώμα. Μια γυναίκα δεν το δεχότανε και της βάλανε φωτιά στο φόρεμα της και κάηκε σαν κερί και δεν αφήνανε κανένανε να πάει κοντά της. Αυτά που κάνανε αυτοί οι βάρβαροι δεν τα έκανε κανένα κράτος.
Μετά φύγαμε από την Μαγνησία και μας πηγαίνανε για μια μέρα όλο από βουνά και αγκάθια. Φθάσαμε σε μια μικρή πόλη. Εκεί ήτανε σταθμός χωροφυλακής. Μας υποδεχτήκανε πολύ άγρια ως συνήθως. Από κάτω από το κτήριο είχε μια χαβούζα με νερό. Το νερό αυτό είχε μέσα ότι βρωμιά ήθελες. Και δεν ήτανε μόνο η βρωμιά, αλλά κατουρούσανε και από πάνω. Και χονδρά και ψιλά. Αλλά ο κόσμος ήτανε τόσο διψασμένος που σπρώχνανε της βρωμιές και πίνανε και πλένανε και τα μούτρα τους και αυτοί γελούσαν και λέγανε «πος γκιαούρη». Αυτό θα πει: «Βρώμικοι Ελληνες».
...Το ψωμί και το φαΐ το είχαμε ξεχάσει. Αν βρίσκανε στα βουνά καμήλες ψόφιες τρέχανε και ξεσχίζανε με τα χέρια και άμα σταματούσαμε σε κανένα χωριό γυρεύανε φωτιά και τα ψήνανε και τα τρώγανε. Η Μανούλα μου δεν έτρωγε ούτε και 'γώ.
Μας πήρανε πάλι από κει, άλλαξαν οι τσανταρμάδες. Σε κάθε χωριό μας παίρνανε άλλοι. Μας περάσανε από ένα ποτάμι που είχε λιγοστό νερό αλλά είχε πολλά αγριοσέληνα. Οταν τα είδε ο κόσμος πέσανε με τα μούτρα σαν τα πρόβατα. Δεν έμεινε ούτε φύλο. Εκεί σε κείνο το λίγο νερό πλυθήκαμε, λουστήκαμε, χωρίς σαπούνι βέβαια....
Αρχίσαμε πάλι τα βουνά. Το χωριό ήτανε κοντά. Μόλις μας είδανε, πλάκωσε η Τουρκιά. Αρχίσανε όλοι νύκτα να πέρνουνε τα κορίτσια. Ψάχνανε με τους φακούς η δε τσανταρμάδες φεύγανε και οι χωριάτες βρίσκανε ευκαιρία. Φωνάζανε τούρκικα «άλλην, άλλην», θα πει στα ελληνικά «πάρτε, πάρτε» και κείνο το βράδυ τραβήξανε την μανούλα μου και έτσι που πήγε να σηκωθεί είδαν εμένα που με είχε από κάτω από το φουστάνι της.
Ημουν παιδάκι
Αρπάξανε εμένα. Από τον πολύ σπαραγμό πού έκανα θυμάμαι που έβγαλε το φέσι του και μού έκλεισε το στόμα με πήγε πιο πέρα και άρχισε να με ψάχνει αφού με έριξε κάτω. Σκεφτείτε εκείνη την ώρα τον σπαραγμό μου και τις φωνές μου και αφού είδε που ήμουν παιδάκι μου δίνει μια κλωτσιά και με αφήνει.
Εγώ μες την νύκτα δεν ήξερα που πάω. Ετρεχα με κομμένα τα πόδια. Από την μια φώναζα εγώ και από την άλλη ερχότανε η μανούλα μου ξεμαλλιασμένη να φωνάζει «Αγγελική, αίμα μου, παιδί μου, που είσαι;». Εγώ με τα κλάματα και αυτή με τις φωνές βρεθήκαμε. Δεν ξέρω να την περιγράψω αυτήν την περιπέτεια. Εσείς που θα την διαβάσετε μπορείτε να καταλάβετε.
Φύγαμε πάλι από 'κεί. Μας πήγανε σε ένα άλλο χωριό. Εκεί μείναμε κάτω από μια γέφυρα. Εκεί βρήκαμε σαλιγκάρια και τα ψήναμε και τρώγαμε....
Την άλλη μέρα χιόνιζε. Μας είπανε θα πάμε στο Ουσάκ. Βαδίζοντας μέσα στο χιόνι αρχίσανε τα πόδια μας και σουβλίζανε. Τότε η μανούλα μου βγάζει έναν μπούστο πού φορούσε τον κομμάτιασε και δέσαμε τα πόδια μας. Μα πόσο να βαστάξει το πανί;
Βαδίζαμε μια νύκτα. Φθάσαμε μέρα. Μας βάλανε σε κάτι μεγάλους σταύλους που βάζανε οι στρατιώτες τα άλογα. Η κοπριά ήτανε ένα μέτρο. Εμείς χωθήκαμε να ζεσταθούμε. Σε λίγο μας βγάλανε έξω και μας δώσανε γαλέτα σκουλικιασμένη. Εμείς τη φάγαμε και μας έπιασε μια διάρροια που δεν προλαβαίναμε. Εκεί πέθαναν πολλά παιδιά.

Η Αγγελική Ματθαίου έπειτα από μια περιπλάνηση ως αιχμάλωτη στην Ανατολή, που κράτησε κάποια χρόνια, θα φτάσει τελικά ορφανή στην Ελλάδα και θα συναντήσει μια αδελφή της, που διασώθηκε από τη σφαγή. Ο Ευρ. Μπίλης, τ. επίκουρος καθηγητής στο ΕΜΠ, διέσωσε και μας ενεχείρισε τη συγκλονιστική μαρτυρία, την οποία κατέγραψε η ίδια η Αγγελική Ματθαίου πριν από το θάνατό της.
read more “Η ιστορία της Αγγελικής Ματθαίου (*)”

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011