Πέμπτη, 28 Ιουνίου 2012

"Λεωνίδας"…..ο στρατιώτης


Η παρούσα ανάρτηση προέκυψε κατόπιν μετάφρασης αντίστοιχου άρθρου της ιστορικού Helena Schrader’s και αποτελεί μια προσπάθεια προσέγγισης – ανάδειξης των στρατιωτικών ικανοτήτων του Λεωνίδα. Στην εν λόγω μετάφραση προστέθηκαν ιστορικά στοιχεία, με σκοπό την ομαλή και απρόσκοπτη παρακολούθηση των γεγονότων από τον αναγνώστη.



****************************
Κατ’ αρχάς πρέπει να τονισθεί ότι ο Λεωνίδας υπήρξε από τους λίγους Σπαρτιάτες βασιλείς, που ήταν «επαγγελματίας» στρατιωτικός. Σε αντίθεση με άλλους βασιλείς πριν και μετά από αυτόν, ο Λεωνίδας «ολοκλήρωσε» το πλήρες πρόγραμμα στρατιωτικής κατάρτισης που επιβαλλόταν στους πολίτες της Σπάρτης (από την παιδική ηλικία έως δέκα χρόνια ενεργούς υπηρεσίας και κατόπιν εφ’ όρου ζωής ως έφεδροι). Έτσι ήταν το ίδιο εξοικειωμένος και έμπειρος με τους στρατιωτικούς σχηματισμούς, τις τακτικές και τον οπλισμό όπως ακριβώς οι στρατιώτες του, γεγονός πολύ σημαντικό καθότι γνώριζε πώς σκέφτονταν, αισθανόντουσαν και αντιδρούσαν. Ήταν ταυτόχρονα στρατιώτης και διοικητής, ένα σημαντικό πλεονέκτημα το οποίο έκανε και άλλους διάσημους Σπαρτιάτες διοικητές, όπως ο Βρασίδας και ο Λύσανδρος το ίδιο αποτελεσματικούς.
Μέχρι τότε η εμπειρία του περιοριζόταν στο πεδίο των ασκήσεων. Παρ’ ότι η Σπάρτη στην ύστερη αρχαϊκή περίοδο ήταν μια πόλη η οποία δεν βρισκόταν διαρκώς σε εμπόλεμη κατάσταση, εντούτοις είχε επιδοθεί σε μια σειρά από σημαντικές στρατιωτικές εκστρατείες. Έτσι παρόλο που ο Λεωνίδας δεν πολέμησε σε περισσότερες από είκοσι εκστρατείες, είχε αποκομίσει «από πρώτο χέρι» σημαντική εμπειρία παρά τον  περιορισμένο αριθμό πολέμων.
Όταν ο Λεωνίδας ήταν ακόμα παιδί ή έστω νέος (ανάλογα με την ημερομηνία γέννησής του) η Σπάρτη έκανε μια αποτυχημένη προσπάθεια να εκθρονίσει τον τύραννο της Σάμου Πολυκράτη. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτό απαιτούσε την ανάπτυξη – μεταφορά μεγάλης δύναμης στρατευμάτων μέσω θαλάσσης, καθώς και πολιορκία διάρκειας σαράντα ημερών, κατά την οποία ορισμένοι από τους Σπαρτιάτες παρ’ όλο που κατόρθωσαν να εισέλθουν στην πόλη, στη συνέχεια σκοτώθηκαν ενώ το υπόλοιπο στράτευμα επέστρεψε στη Σπάρτη. Η αποτυχία και οι απώλειες ήταν τραυματικές για τους υπερήφανους Σπαρτιάτες και απετέλεσαν το θέμα πολλών συζητήσεων στα συσσίτια σε όλη την πόλη για πολλά χρόνια. Ο Λεωνίδας ως νεαρός Σπαρτιάτης, αναμφίβολα άκουγε με μεγάλη προσοχή τους σχολιασμούς αυτής της εκστρατείας από τους βετεράνους, καθώς και την κριτική των άλλων.
Δέκα χρόνια αργότερα ο ετεροθαλής αδελφός του Λεωνίδα Κλεομένης ανέλαβε την εκστρατεία στην Αττική και πάλι μέσω θαλάσσης. Για άλλη μια φορά η εκστρατευτική δύναμη της Σπάρτης νικήθηκε,  αυτή τη φορά από το Θεσσαλικό ιππικό και οδηγήθηκαν πίσω στα πλοία τους,. Ο Λεωνίδας ήταν προς το τέλος της εφηβείας του, εάν δεν είναι ήδη ένας νεαρός άνδρας. Θεωρητικά πήρε μέρος στην εκστρατεία αυτή, αλλά με υποδεέστερη ιδιότητα ως απλός στρατιώτης – βαθμοφόρος. Ανεξάρτητα από την ηλικία και το ρόλο του, ο Λεωνίδας έλαβε ένα πολύτιμο μάθημα, τουλάχιστον από “δεύτερο χέρι” για τις δυνατότητες του ιππικού και τις συνέπειες όταν αυτό υποτιμάται.
Ο Κλεομένης ανέλαβε όχι λιγότερο από τρεις επιπλέον εκστρατείες εναντίον της Αθήνας στα χρόνια που ακολούθησαν. Στην πρώτη εκθρόνισε με επιτυχία τον  τύραννο Ιππία, αλλά στη δεύτερη, στην οποία προσπάθησε να διώξει τον Κλεισθένη και να περιορίσει την επιρροή της αθηναϊκής δημοκρατίας, εγκλωβίστηκε στην Ακρόπολη από τους αγανακτισμένους Αθηναίους και αναγκάστηκε να αποσύρει τα στρατεύματά του μετά από διαπραγματεύσεις εκεχειρίας. Δεδομένου του μικρού και προφανώς ανεπίσημου χαρακτήρα αυτών των δύο πρώτων εκστρατειών (ο Ηρόδοτος αναφέρει ότι πραγματοποιήθηκαν με μικρές δυνάμεις εθελοντών) είναι απίθανο ο Λεωνίδας να συμμετείχε ενεργά σε κάποια, όμως και πάλι θα είχε ακούσει πολλά έστω από “δεύτερο χέρι”.
Απογοητευμένος από την ταπείνωση της δεύτερης ήττας του ο Κλεομένης την επόμενη συγκεντρώνει όλο το Σπαρτιατικό στρατό και τους συμμάχους από τη Πελοποννησιακή συμμαχία. Ο νόμος της Σπάρτης όμως προέβλεπε ότι απαιτούνται και οι δύο βασιλείς για να διοικήσουν την πλήρη ανάπτυξη στρατού εκτός της Λακεδαίμονος. Έτσι ο Κλεομένης σε αυτή τη τέταρτη εκστρατεία εναντίον της Αθήνας διοικούσε από κοινού με τον Δημάρατο ο οποίος δεν ήταν τόσο ενθουσιώδης υποστηρικτής της εισβολής στην Αττική όπως και οι Πελοποννήσιοι σύμμαχοι. Ο Κλεομένης έφτασε μέχρι την Ελευσίνα, αλλά εκεί οι Κορίνθιοι αρνήθηκαν να συνεχίσουν, καθότι δεν είχαν κάποια διαμάχη με την Αθήνα και ο Δημάρατος συμφώνησε μαζί τους. Ενώ ο συμμαχικός στρατός διαλυόταν, η σύγκρουση μεταξύ Κλεομένη και Δημάρατου «ακινητοποίησε» τον Σπαρτιατικό στρατό. Οι Σπαρτιάτες δεν είχαν πλέον άλλη επιλογή παρά να επιστρέψουν αήττητοι μεν, αλλά ταπεινωμένοι και πάλι.
 Ο Λεωνίδας ήταν σίγουρα παρών με το σπαρτιατικό στρατό κατά τη διάρκεια της τελευταίας εκστρατείας κατά της Αθήνας. Ανάλογα με την ημερομηνία γέννησής του, θα μπορούσε να ήταν ήδη κατώτερος αξιωματικός. Ανεξάρτητα από το στρατιωτικό του βαθμό και το ότι ήταν ετεροθαλής αδελφός του Κλεομένη και προφανής κληρονόμος, ήταν σχεδόν βέβαιο ότι γνώριζε τι συνέβαινε στα κέντρα διοικήσεως, αν όχι άμεσα, τουλάχιστον έμμεσα. Ενώ η εκστρατεία δεν του παρείχε κάποια εμπειρία μάχης, ήταν βέβαιο ότι του είχε προσφέρει πολλά διδάγματα σχετικά με στρατιωτικές επιχειρήσεις στις οποίες συμμετέχουν «πολυεθνικά» στρατεύματα……. μάθημα ζωτικής σημασίας για τη μετέπειτα ζωή του.
Η επόμενη μεγάλη στρατιωτική εκστρατεία στη ζωή του Λεωνίδα ήταν η εκστρατεία κατά του Άργους, που κορυφώθηκε με την δραματική νίκη της Σπάρτης στην Σήπεια. Σε αυτή την εκστρατεία συμμετείχε το σύνολο του ενεργού Σπαρτιατικού στρατού, οπότε η συμμετοχή του Λεωνίδα θεωρείται σίγουρη. Σημειωτέον ότι εμπεριείχε επίσης και ναυτικό στοιχείο, καθότι ο Σπαρτιατικός στρατός μεταφέρθηκε στον κόλπο του Άργους από τον Θηρέα στο Ναύπλιο μέσω θαλάσσης. Ακολούθησε μαζική αντιπαράθεση με τον Αργείο στρατό ο οποίος ήταν τουλάχιστον ισάριθμος, αν όχι σημαντικά μεγαλύτερος από τη δύναμη του Σπαρτιατικού στρατού. Αν και οι Αργείοι είχαν μάθει να αναγνωρίζουν τα σήματα της Σπάρτης, ο Κλεομένης αξιοποίησε έξυπνα αυτό το πλεονέκτημα με το να παραπλανήσει τους Αργείους, μεταδίδοντας ότι οι Σπαρτιάτες έκαναν παύση για φαγητό. Μόλις η φάλαγγα του Άργους διασπάσθηκε αυτός επιτέθηκε και ακολούθησε «σφαγή» η οποία στέρησε από το Άργος μια ολόκληρη γενιά πολεμιστών, αλλά ο Κλεομένης δεν κατόρθωσε να ολοκληρώσει τη νίκη του με την κατάληψη της ανυπεράσπιστη πόλης του Άργους.
Σημειώνεται ότι σημαντικό ρόλο στην μη κατάληψη της πόλεως του Άργους έπαιξε και η στάση της ποιήτριας Τελέσιλλας
Τα «διδάγματα» για τον Λεωνίδα είχαν αρχίσει με την ευελιξία που προσφέρουν οι θαλάσσιες μεταφορές, καθώς και τη σπουδαιότητα της κατασκοπείας – αντικατασκοπείας (εκμετάλλευση της εξοικείωσης των Αργείων με τα σπαρτιατικά σήματα) και φυσικά τα πλεονεκτήματα του αιφνιδιασμού.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Κλεομένης δικάστηκε για προδοσία μετά από αυτή την εκστρατεία. Η κατηγορία ήταν ότι είχε δωροδοκηθεί προκειμένου να μην καταλάβει το Άργος, ενώ αυτό ήταν ανυπεράσπιστο……….…..πιθανώς σκεπτόμενοι οι κατήγοροι ότι δεν υπήρχε κάποιος άλλος προφανής λόγος για να χαθεί μια τέτοια θαυμάσια ευκαιρία μετά από διακόσια χρόνια εχθροπραξιών………ο Ηρόδοτος αναφέρει συγκεκριμένα ότι ο Κλεομένης κατηγορήθηκε από «εχθρούς» του και κατόπιν αθωώθηκε διότι έπεισε τους εφόρους ότι δεν μπορούσε να λάβει ευνοϊκές ενδείξεις από τους θεούς
Αυτή τη χρονική περίοδο ο Λεωνίδας ήταν ήδη παντρεμένος με τη Γοργώ, κόρη του Κλεομένη και σίγουρος διάδοχός του. Είναι επομένως αδύνατο να προσμετράται μεταξύ των εχθρών του Κλεομένη (λόγοι ανταγωνισμού) όπως είναι σχεδόν εξίσου απίθανο ότι ενέκρινε τη συμπεριφορά του Κλεομένη. Ο Κλεομένης αθωώθηκε από τη κατηγορία της δωροδοκίας, υπερασπιζόμενος τον εαυτό του με επιχείρημα τη θέληση των θεών, έναντι του οποίου οι έφοροι ήταν «αβοήθητοι» χωρίς αυτό  να σημαίνει ότι οι ενέργειές του χειροκροτήθηκαν από τους υποστηρικτές του. Πλέον ο Λεωνίδας λαμβάνει σοβαρά υπόψη του το γεγονός ότι η μη αξιοποίηση μιας νίκης – σχεδόν ήττας – μπορεί να θέσει ένα Σπαρτιάτη βασιλιά σε κίνδυνο.
Η επόμενη σημαντική στρατιωτική εμπλοκή στη ζωή του Λεωνίδα ήταν εκείνη κατά την οποία η Σπάρτη δεν έπαιζε κάποιο άμεσο ρόλο αλλά παρόλα αυτά ίσως ήταν η πιο αποφασιστική στρατιωτική στιγμή στη ζωή του Λεωνίδα πριν τη μάχη στις Θερμοπύλες δηλαδή η μάχη του Μαραθώνα. Ο Λεωνίδας μάλλον οδήγησε δύο χιλιάδες Σπαρτιάτες, σε μια δραματική πορεία καλύπτοντας την απόσταση από τη Σπάρτη στην Αθήνα σε λιγότερο από τρεις ημέρες προκειμένου να φθάσει έγκαιρα προς ενίσχυσή της Αθήνας. Έφτασαν μία ημέρα αφού η αποφασιστική μάχη είχε κερδηθεί από τους Αθηναίους και Πλαταιείς. Ο Λεωνίδας περιόδευσε το πεδίο της μάχης μαζί με τους Αθηναίους διοικητές και μαχητές, αποκομίζοντας πολλές πληροφορίες σχετικά με τους Πέρσες, τα όπλα, τις πανοπλίες, τη τακτική και το ηθικό και αποκτώντας ταυτόχρονα σεβασμό προς τους Αθηναίους και τους Πλαταιείς για τη μαχητική τους ικανότητα. Ο Λεωνίδας στο Μαραθώνα διαπίστωσε ότι οι Έλληνες οπλίτες μπορούν να αντιπαρατεθούν στο Περσικό πεζικό – ιππικό και να προκαλέσουν σημαντικές απώλειες. Όμως αυτό το συμβάν του άφησε και κάποιο ψυχολογικό τραύμα λόγω του ότι………..«είχε φθάσει πολύ αργά».
Ερχόμαστε στη μάχη των Θερμοπυλών. Η απόφαση του Λεωνίδα να αναπτύξει μόνο 300 Σπαρτιάτες στα στενά, υπαγορεύθηκε από την εμπειρία που αποκόμισε στο Μαραθώνα. Ο Λεωνίδας ο οποίος εκτίμησε τη στρατηγική σημασία των Θερμοπυλών και του Αρτεμισίου, ήταν αποφασισμένος αυτή τη φορά να «μην έλθει πολύ αργά για δεύτερη φορά».
Αυτό φυσικά δεν συμβαδίζει με την άποψη ότι είχε αναλάβει μια αποστολή αυτοκτονίας. Ο Λεωνίδας δεν είχε κανένα λόγο να πιστεύει ότι η στρατιωτική δύναμη που είχε μετακινηθεί Βόρεια δεν ήταν αρκετή για να κρατήσει το πέρασμα μέχρι η Σπάρτη και οι άλλες πόλεις ενισχύσουν τις δυνάμεις του, μόλις λήξουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες Εξάλλου ο Λεωνίδας δεν οδήγησε στα στενά μόνο 300 άνδρες. Εκτός από τους Σπαρτιάτες είχε μαζί του στρατεύματα περίοικων, συμμάχους από την Πελοποννησιακή Συμμαχία, καθώς και Θεσπιείς, Φωκείς και Θηβαίους. Συνολικά είχε συγκεντρώσει μια δύναμη μεταξύ 6.000 και 7.000 Ελλήνων οπλιτών, την οποία ανέπτυξε στις Θερμοπύλες, ένα πέρασμα που εκείνη την εποχή περιορίζεται σε ένα μικρό ορεινό κομμάτι χωρισμένο σε δύο μέρη.
Είναι βέβαιο ότι ο Λεωνίδας γνώριζε από το μαντείο των Δελφών ότι η δική του μοίρα είχε «σφραγισθεί». Ήταν βέβαιος ότι θα πεθάνει, αλλά δεν υπήρχε κανένα σημάδι ότι ο θάνατός του θα έλθει σύντομα ή ότι θα ήταν μάταιος. Αντιθέτως το μαντείο των Δελφών είχε υποσχεθεί να σώσει τη Σπάρτη, εφ’ όσον ένας από τους βασιλιάδες της χανόταν στη μάχη. Ο Λεωνίδας πιθανότατα πίστεψε (ή μάλλον ήθελε να πιστεύει) ότι παρόλο που ο ίδιος θα πέθαινε, ο στρατός του θα νικούσε και φυσικά δεν πίστευε ότι όλοι όσους πήρε μαζί του θα εφονεύοντο. Ο λόγος που επέλεξε για τη μάχη όσους είχαν γιούς, ήταν διότι περίμενε ότι θα σκοτώνονταν ορισμένοι από αυτούς, μη θέλοντας να διακινδυνεύσει τον αφανισμό έστω και μιας Σπαρτιατικής οικογένειας – παρόλο που είχε τη δυνατότητα να επιλέξει μεταξύ πολλών άξιων ανδρών.
Η ικανότητα του Λεωνίδα στη τακτική ανάπτυξης του στρατού στις Θερμοπύλες έχει αμφισβητηθεί, κυρίως λόγω της παράλειψής του να τοποθετήσει Σπαρτιάτες στο ορεινό μονοπάτι το οποίο κατέληγε στα στενά. Τα επιχειρήματα εκείνων που υποστήριζαν αυτή την άποψη είναι ότι δεν μπόρεσε να εκτιμήσει με ακρίβεια τον κίνδυνο στα πλευρά/μετόπισθεν του στρατού του και η τοποθέτηση των Φωκαίων σε αυτή τη κρίσιμη διαδρομή ήταν ερασιτεχνική. Βέβαια η εκ των υστέρων εκτίμηση είναι πάντα ασφαλέστερη, αλλά ακόμη και αυτή δεν είναι εντελώς πειστική, διότι ο Λεωνίδας θα διακινδύνευε διάσπαση της ήδη πολύ μικρής δύναμης Σπαρτιατών που διέθετε, στέλνοντας έστω εκατό στρατιώτες να φρουρήσουν κάτι που στην ουσία ήταν ένα μονοπάτι για κατσίκες. Επιπλέον,χίλιοι άνδρες από μια δύναμη μόλις έξι έως επτά χιλιάδων ανδρών, αποτελεί σημαντική δέσμευση των διαθέσιμων δυνάμεων, γεγονός το οποίο ο Λεωνίδας ελάμβανε σοβαρά υπόψη. Αυτό σημαίνει ότι εκατό Σπαρτιάτες ήταν καλύτεροι από χίλιους Φωκείς…….. θεώρηση που αιτιολογεί τη σύγχρονη γοητεία που ασκεί ο σπαρτιατικός στρατιωτικός μύθος………αλλά δύσκολα μπορεί να θεωρηθεί ως σοβαρή στρατιωτική εκτίμηση. Η εκτίμηση του Λεωνίδα ότι οι ντόπιοι με μεγαλύτερη συμμετοχή στην υπεράσπιση των Θερμοπυλών, σε συνδυασμό με την καλύτερη γνώση του εδάφους που είχαν, ήταν οι καλύτεροι υπερασπιστές, είναι πιο πειστική από άλλες σύγχρονες προσεγγίσεις για το θέμα. Εξ’ άλλου αποτελεί πάντα πειρασμό να κρίνουμε μια στρατηγική από το αποτέλεσμά – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η κριτική αυτή είναι πάντα δίκαιη.
Ο Λεωνίδας φαίνεται να είχε αναπτύξει μια ιδιαίτερα αποτελεσματική στρατηγική για την υπεράσπιση των στενών, η οποία εξουδετέρωσε την αριθμητική υπεροχή των Περσών και επέτρεψε σε ένα συγκριτικά μικρό αριθμό υπερασπιστών να συγκρατήσουν τη συντριπτική δύναμη του στρατού του Ξέρξη για δύο ολόκληρες ημέρες. Παρά το γεγονός ότι ο Ηρόδοτος δεν αναφέρεται σε απώλειες των δύο πρώτων ημερών, μπορούμε να υποθέσουμε ότι δεν ήταν μεγάλες. Η στρατηγική υπεράσπισης της «Μεσαίας Πύλης» η οποία ήταν πλατύτερη από την «Ανατολική» ή «Δυτική πύλη», φαίνεται ότι έδωσε στους Έλληνες την ιδανική ευκαιρία – πλεονέκτημα να μειώσουν την Περσική πίεση, ενώ ταυτόχρονα τους επέτρεψε να διατηρήσουν επαρκή αριθμό στρατευμάτων.
Είναι αξιοσημείωτο και αξιοθαύμαστο ότι ο Λεωνίδας κατάφερε να “ενώσει” τους συμμάχους και να τους κάνει να συνεργαστούν εφαρμόζοντας απλές αλλά αποτελεσματικές μεθόδους. Ο Ηρόδοτος λέει ότι οι σύμμαχοι πολέμησαν με βάρδιες, ή εναλλαγές, ώστε τα στρατεύματα από κάθε πόλη να έχουν χρόνο να ξεκουραστούν και να φροντίσουν τους τραυματίες πριν «ξαναμπούν» στη μάχη. Παρόλο που αυτό ακούγεται λογικό και εύλογο, δεν είναι καθόλου αυτονόητο και εύκολο στην εκτέλεση καθότι απαιτεί ιδιαίτερες οργανωτικές ικανότητες προκειμένου να μην υπάρξει σύγχυση κατά τη διάρκεια των αλλαγών, την οποία θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν οι Πέρσες.
Εξίσου εντυπωσιακή είναι η αντίδραση του Λεωνίδα όταν έμαθε ότι οι Πέρσες όχι μόνο είχαν τοποθετηθεί στο μονοπάτι περικυκλώνοντας τη θέση του, αλλά οι Φωκείς είχαν ήδη οπισθοχωρήσει. Αυτή η είδηση ήταν ένα σημαντικό και απρόσμενο  πλήγμα για το Λεωνίδα. Ωστόσο από την καταμέτρηση των επιζώντων διαπιστώνεται ότι δεν πανικοβλήθηκε, αλλά πήρε μια δύσκολη και ορθολογική απόφαση, στέλνοντας το μεγαλύτερο μέρος των στρατευμάτων έξω από το πέρασμα στην ασφάλεια «ώστε να ζήσουν για να μπορούν να πολεμήσουν μια άλλη ημέρα» διατηρώντας παράλληλα μια δύναμη αρκετά μεγάλη για να καθυστερήσει τους Πέρσες ώστε να διαφύγει το μεγαλύτερο μέρος του στρατού.
Η στάση του Λεωνίδα στις Θερμοπύλες την τρίτη ημέρα της μάχης ήταν σίγουρα μια αποστολή αυτοκτονίας, αλλά όχι παράλογη. Δεν διέφερε από τη στάση του Ταξιάρχου Claude Nicholson με το 3ο Βασιλικό Σύνταγμα Τεθωρακισμένων στο Καλαί το 1940. Ο Nicholson υπερασπίστηκε το Calais εκτελώντας τις εντολές του Πρωθυπουργού Winston Churcill «μέχρι κεραίας» προκειμένου να καθηλώσουν τα στρατεύματα της  Wehrmacht και να επιτρέψουν την εκκένωση του μεγαλύτερου μέρους του Βρετανικού Εκστρατευτικού Σώματος στη Δουνκέρκη. Τόσο οι Θερμοπύλες το 480 π.Χ. όσο και το Calais τo 1940 υπήρξαν στρατιωτικές επιχειρήσεις ζωτικής σημασίας για την επιβίωση των Εθνών, την υπεράσπιση των οποίων είχαν αναλάβει τα στρατεύματα που θυσιάσθηκαν.
 Το ότι ο Λεωνίδας έδειξε τις ικανότητές του ως στρατιωτικός ηγέτης έγκειται στο γεγονός ότι ακόμη και όταν ήλθε αντιμέτωπος με μια απελπιστική κατάσταση, συνέχισε να πολεμά προκαλώντας τρομερές απώλειες στον εχθρό, διατηρώντας ταυτόχρονα το ηθικό των δικών του δυνάμεων ακμαίο. Με εξαίρεση μερικούς Θηβαίους, οι άνδρες του Λεωνίδα πολέμησαν μέχρι θανάτου………και πάλεψαν γι’ αυτόν. Αυτή η πράξη αποτελεί την υπέρτατη απόδειξη αφοσίωσης σε έναν ηγέτη………το να προσφέρεις τη ζωή σου πολεμώντας γι’ αυτόν
Το άρθρο στην Αγγλική εδώ: http://spartareconsidered.blogspot.com/
read more “"Λεωνίδας"…..ο στρατιώτης”

Η μάχη του Μαραθώνα

103. Τον αθηναϊκό στρατό διοικούσαν δέκα στρατηγοί, εκ των οποίων τελευταίος ήταν ο Μιλτιάδης. Ο πατέρας του Κίμωνας, γιος του Στησαγόρα είχε εξορισθεί από την Αθήνα από τον Πεισίστρατο γιο του Ιπποκράτη. Ενώ βρισκόταν εξορία, είχε την τύχη να κερδίσει τον αγώνα με τέθριππο στην Ολυμπία κι έτσι να αποσπάσει την ίδια δόξα με τον ομομήτριο αδερφό του, Μιλτιάδη. Στους επόμενους Ολυμπιακούς αγώνες κέρδισε πάλι το έπαθλο με τα ίδια άλογα, αλλά αυτή τη φορά παραιτήθηκε από τη νίκη για χάρη του Πεισίστρατου και γι αυτήν του την πράξη, ο τελευταίος του επέτρεψε να γυρίσει στην Αθήνα, σημειώνεται ότι την ίδια νίκη επανέλαβε σε μεταγενέστερους Ολυμπιακούς αγώνες. Λίγο αργότερα αφού πέθανε ο Πεισίστρατος, δολοφονήθηκε από τους γιους του τυράννου, οι οποίοι έστειλαν νύχτα μερικούς άνδρες να του στήσουν ενέδρα στο δρόμο κοντά στο πρυτανείο. Ετάφη έξω από την Αθήνα, στην άλλη πλευρά του δρόμου που λέγεται Κοίλη οδός και απέναντι από τον τάφο του θάφτηκαν επίσης τα άλογα με τα οποία είχε κερδίσει τρεις φορές στην Ολυμπιάδα. Τριπλή νίκη είχε επιτευχθεί από μια μοναδική ομάδα αλόγων, αυτή του Ευαγόρα από τη Λακωνία· από τότε ουδείς άλλος το έχει κατορθώσει. Την εποχή εκείνη ο Στησαγόρας, πρωτότοκος από τους δύο γιους του, ζούσε στη Χερσόνησο με το θείο του Μιλτιάδη, ενώ ο μικρότερος που είχε πάρει το όνομα Μιλτιάδης από το μεσολαβητή στη Χερσόνησο, βρισκόταν με τον πατέρα του στην Αθήνα.
  104. Ο συγκεκριμένος Μιλτιάδης ήταν ένας από τους δέκα στρατηγούς των Αθηναίων. Είχε έρθει πρόσφατα από τη Χερσόνησο και δυο φορές κινδύνευσε να χάσει τη ζωή του. Την πρώτη όταν τον καταδίωξαν οι Φοίνικες μέχρι την Ίμβρο, προσπαθώντας να τον συλλάβουν και τη δεύτερη, αφού γλίτωσε απ’ αυτή την απειλή κι έφτασε στην ασφάλεια της πατρίδας του, βρήκε τους εχθρούς του να τον περιμένουν και σύρθηκε στα δικαστήρια για την τυραννική διακυβέρνησή του στη Χερσόνησο. Πάντως διέφυγε τον κίνδυνο και μετά τη νίκη του εξελέγη στρατηγός από το λαό.
  105. Προτού φύγουν από την πόλη, οι Αθηναίοι στρατηγοί έστειλαν μήνυμα στη Σπάρτη. Αγγελιαφόρος ήταν ο Αθηναίος Φειδιππίδης επαγγελματίας δρομέας μεγάλων αποστάσεων. Σύμφωνα με την αναφορά που έδωσε στους Αθηναίους όταν επέστρεψε συνάντησε το θεό Πάνα στο όρος Παρθένιο, πάνω από την Τεγέα. Ο Πάνας είπε τον φώναξε με τ’ όνομά του και του είπε να ρωτήσει τους Αθηναίους γιατί τον αγνοούσαν, παρ’ όλο που εκείνος ήταν φιλικός απέναντί τους και μάλιστα τους είχε φανεί χρήσιμος αρκετές φορές στο παρελθόν και μπορούσε να το κάνει και στο μέλλον. Οι Αθηναίοι πίστεψαν την ιστορία του Φειδιππίδη και μόλις η ζωή τους επανήλθε στο φυσιολογικό, έχτισαν ναό στον Πάνα κάτω από την Ακρόπολη και από τότε οργανώνουν μια ετήσια γιορτή με λαμπαδηδρομία και θυσίες για να έχουν την εύνοιά του.
  106. Ο Φειδιππίδης λοιπόν —που ανέλαβε την αποστολή από τους στρατηγούς της Αθήνας και συνάντησε τον Πάνα— έφτασε στη Σπάρτη την επόμενη μέρα που έφυγε από την Αθήνα και παρέδωσε στους άρχοντες των Σπαρτιατών το μήνυμα που έλεγε: «Άνδρες της Σπάρτης, οι Αθηναίοι σας ζητούν να τους βοηθήσετε και να μη μείνετε απλοί θεατές της επικείμενης συντριβής και υποδούλωσης της αρχαιότερης πόλης της Ελλάδας από ένα βάρβαρο εισβολέα· αυτή τη στιγμή, η Ερέτρια έχει πέσει στα χέρια του κι η Ελλάδα είναι πιο αδύναμη μετά την απώλεια μιας αξιόλογης πόλης της». Αυτός είπε όσα είχε πάρει εντολή να πει. Οι Σπαρτιάτες, μολονότι ήθελαν να στείλουν βοήθεια στην Αθήνα δεν μπορούσαν να το κάνουν αμέσως διότι θα καταπατούσαν τους νόμους τους. Ήταν η ένατη μέρα του μήνα και δεν έπρεπε να αρχίσουν εχθροπραξίες προτού γεμίσει το φεγγάρι.
  107. Έτσι περίμεναν την πανσέληνο ενώ στο μεταξύ ο Ιππίας γιος του Πεισίστρατου, οδηγούσε τους Πέρσες στο Μαραθώνα. Την προηγούμενη νύχτα ο Ιππίας ονειρεύτηκε ότι κοιμόταν με τη μητέρα του και υπέθεσε ότι το όνειρο σήμαινε πως θα επέστρεφε στην Αθήνα, θα ανακτούσε την εξουσία και θα πέθαινε ειρηνικά στην πατρίδα του σε βαθιά γεράματα. Την επομένη οδηγώντας τους εισβολείς μέσα στα αθηναϊκά εδάφη, αποβίβασε τους Ερετριείς αιχμάλωτους στην Αιγίλια, ένα νησί που ήταν στην επικράτεια της πόλης Στύρα, οδήγησε τον στόλο στο λιμάνι του Μαραθώνα κι αφού αποβιβάστηκε ο στρατός στην ξηρά, έδωσε οδηγίες πως να παραταχθεί. Κάποια στιγμή, άρχισε να βήχει και να φτερνίζεται δυνατότερα απ’ ό,τι συνήθως και αφού ήταν γέρος πια και τα περισσότερα δόντια του ήταν χαλασμένα, άθελά του έφτυσε ένα. Έπεσε κάπου στην άμμο κι όσο κι αν έψαξε, δεν το βρήκε πουθενά. Ο Ιππίας τότε στράφηκε στους συντρόφους του και είπε μ’ ένα βαθύ στεναγμό: «Αυτή η γη δεν είναι δική μας και δεν θα καταφέρουμε ποτέ να την κατακτήσουμε. Το μόνο κομμάτι της που μου ανήκει είναι ο χώρος που καταλαμβάνει το δόντι μου».
  108. Έτσι κατανόησε τελικά το πραγματικό νόημα του ονείρου.  Τα αθηναϊκά στρατεύματα είχαν παραταχθεί σ’ ένα κομμάτι γης που ήταν ιερός χώρος του Ηρακλή κι εκεί τους συνάντησαν οι Πλαταιείς, οι οποίοι ήρθαν να τους υποστηρίξουν με όλο τον διαθέσιμο στρατό τους. Λίγο καιρό πριν οι Πλαταιείς είχαν παραδώσει την ανεξαρτησία τους στους Αθηναίους, οι οποίοι είχαν ήδη με τη σειρά τους προσφέρει πολύτιμες υπηρεσίες στις Πλαταιές σε πολλές και δύσκολες καταστάσεις. Ιδού πώς συνέβη………οι Πλαταιές πιέζονταν από τη Θήβα και αφού ο Κλεομένης, γιος του Αναξανδρίδη βρισκόταν στην περιοχή με σπαρτιατικό στρατό, οι Πλαταιείς παραδόθηκαν στην αρχή στα χέρια των Σπαρτιατών. Αυτοί ωστόσο, αρνήθηκαν την προσφορά λέγοντας: «Κατοικούμε πολύ μακριά κι η συμμαχία σας μαζί μας θα είναι μαύρη παρηγοριά· θα μπορούσαν να σας υποδουλώσουν πολλές φορές πριν εμείς ακούσουμε το παραμικρό. Σας συμβουλεύουμε να πλησιάσετε τους Αθηναίους· η Αθήνα είναι πολύ πιο κοντά σας κι η βοήθεια του λαού της δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητη. Η συμβουλή αυτή δε δόθηκε από καλή θέληση προς τις Πλαταιές, αλλά είχε σκοπό να εμπλέξει την Αθήνα σε συγκρούσεις με τους Βοιωτούς. Παρ’ όλα αυτά οι Πλαταιείς την ακολούθησαν. Έστειλαν πρεσβεία στους Αθηναίους, οι οποίοι έτυχε να ασχολούνται με τις θυσίες τους προς τιμήν των Δώδεκα Θεών, οι πρέσβεις κάθισαν δίπλα στον βωμό ως ικέτες και παραδόθηκαν. Όταν έμαθαν οι Θηβαίοι την ενέργεια αυτή των Πλαταιών, έστειλαν αμέσως στρατό εναντίον τους. Οι Αθηναίοι έσπευσαν να υπερασπιστούν την πόλη που είχαν υπό την προστασία τους αλλά τη στιγμή που ήταν έτοιμη να ξεσπάσει η μάχη, επενέβησαν οι Κορίνθιοι. Όταν δέχτηκαν κι οι δυο πλευρές να υποβάλουν τη διαφωνία τους στη διαιτησία των Κορινθίων, καθόρισαν τα σύνορα ανάμεσα στις δυο χώρες, με τον όρο ότι οι Θηβαίοι δε θα αναμειγνύονταν στα εσωτερικά των Βοιωτών που δεν ήθελαν να ανήκουν στο κράτος αυτό. Οι Κορίνθιοι, αφού έβγαλαν αυτή την απόφαση γύρισαν στην πατρίδα τους κι οι Αθηναίοι είχαν ξεκινήσει για την πόλη τους, όταν δέχτηκαν επίθεση από τους Βοιωτούς. Στη μάχη που ακολούθησε, οι Αθηναίοι νίκησαν και προέλασαν πέρα από τα σύνορα που είχαν καθορίσει για τους Πλαταιείς οι Κορίνθιοι, για να επιβάλουν τον Ασωπό ως όριο ανάμεσα στα εδάφη της Θήβας από τη μια μεριά και των Πλαταιών και των Υσιών από την άλλη. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες αφέθηκε ο λαός των Πλαταιών στα χέρια των Αθηναίων κι αυτό τους ώθησε να σπεύσουν να τους βοηθήσουν στον Μαραθώνα.
  109. Οι απόψεις των Αθηναίων στρατηγών διχάζονταν: μερικοί ήταν ενάντια στην προοπτική μιας αναμέτρησης (με το επιχείρημα ότι ο αθηναϊκός στρατός ήταν πολύ μικρός για να αντιμετωπίσει τους Μήδους) άλλοι – ανάμεσα στους οποίους κι ο Μιλτιάδης— υποστήριζαν ότι έπρεπε να πολεμήσουν. Προς στιγμήν όλα έδειχναν ότι θα επικρατούσε η χειρότερη άποψη και αυτό θα γινόταν, αν δεν έκανε κάτι ο Μιλτιάδης. Εκτός από τους δέκα στρατηγούς υπήρχε κι άλλο ένα άτομο που είχε δικαίωμα ψήφου, ο πολέμαρχος, που επιλεγόταν με κλήρωση. Αυτό το αξίωμα (παλαιότερα είχε την ίδια βαρύτητα σε αποφάσεις σχετικές με τον πόλεμο με την ψήφο των στρατηγών) το είχε εκείνη την εποχή ο Καλλίμαχος από τις Αφίδνες. Σ’ αυτόν λοιπόν, στράφηκε ο Μιλτιάδης και είπε: «Τώρα είναι στο χέρι σου Καλλίμαχε, ή να οδηγήσεις την Αθήνα στη δουλεία ή να την ελευθερώσεις και ν’ αφήσεις στις μελλοντικές γενιές μια μνήμη πιο ένδοξη απ’ αυτή του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα. Ποτέ πριν στην ιστορία της δε βρέθηκε η Αθήνα αντιμέτωπη με τόσο φοβερό κίνδυνο. Αν υποταχθούμε στους Πέρσες, ο Ιππίας θ’ αναλάβει πάλι την εξουσία — και δεν υπάρχει αμφιβολία για τη δυστυχία που θα μας φέρει· αν πολεμήσουμε και νικήσουμε όμως τότε η πόλη μας θα είναι η επικρατέστερη απ’ όλες τις ελληνικές πόλεις Αν με ρωτήσεις πώς θα γίνει αυτό και γιατί είναι στα χέρια σου η τελική απόφαση, θα σου πω το εξής. Εμείς οι στρατηγοί είμαστε δέκα και δεν συμφωνούμε για το πώς πρέπει να δράσουμε· οι μισοί είμαστε υπέρ της μάχης κι οι άλλοι μισοί κατά. Αν συγκρουστούμε με τους Πέρσες, δεν αμφιβάλλω ούτε στιγμή ότι θα καταλήξουμε σε φοβερή διχόνοια· ο σκοπός μας θα κλονιστεί και τελικά θα υποταχθούμε με τη θέλησή μας στους Πέρσες.  Αν όμως πολεμήσουμε πριν φανεί γενικά η πτώση του ηθικού μας τότε αν οι θεοί μας φερθούν δίκαια, μπορεί και να υπερισχύσουμε. Δική σου είναι η απόφαση· όλα εξαρτώνται από σένα· υποστήριξέ με και η πόλη μας θα είναι ελεύθερη και αρχόντισσα ολόκληρης της Ελλάδας. Αν ψηφίσεις ενάντια στη μάχη, δεν θα ζήσεις αυτή την ευτυχία αλλά το αντίθετο».
  110. Τα λόγια του Μιλτιάδη βρήκαν στόχο και με την ψήφο του Καλλίμαχου πάρθηκε η απόφαση να προχωρήσουν στη μάχη. Οι στρατηγοί έχουν ηγετική θέση με σειρά ανά μια μέρα ο καθένας· όσοι απ’ αυτούς συμπαρατάχθηκαν στην ψηφοφορία με το Μιλτιάδη, πρότειναν, όταν ήρθε η σειρά τους να του την παραχωρήσουν. Ο Μιλτιάδης δέχτηκε αλλά διέταξε να μην κινηθεί ο στρατός παρά μόνο όταν ήρθε η μέρα που ήταν έτσι κι αλλιώς η σειρά του.
  111. Τότε οι Αθηναίοι παρατάχθηκαν για τη μάχη. Η δεξιά πτέρυγα ήταν υπό τις διαταγές του Καλλίμαχου, καθότι οι Αθηναίοι συνήθιζαν εκείνη την εποχή να παραχωρούν στον πολέμαρχο τη διοίκηση αυτής της πτέρυγας· ακολουθούσαν οι διάφορες φυλές στη συνηθισμένη σειρά τους και τελικά, στην αριστερή πτέρυγα, παρατάχτηκαν οι Πλαταιείς. Από τη μάχη του Μαραθώνα και μετά, όταν οι Αθηναίοι κάνουν θυσίες στις ανά τετραετία γιορτές τους ο κήρυκας της Αθήνας συνδέει τα ονόματα της Αθήνας και των Πλαταιών στην προσευχή για την εύνοια των θεών. Μια συνέπεια της παράταξης των αθηναϊκών στρατευμάτων για τη μάχη ήταν η αποδυνάμωση του κέντρου στην προσπάθεια να απλωθούν αρκετά οι γραμμές, ώστε να καλύπτουν ολόκληρο το μέτωπο των Μήδων (τα δύο άκρα ήταν αρκετά ισχυρά, ενώ το κέντρο είχε λίγες μόνο γραμμές βάθος).
  112. Αφού παρατάχθηκαν οι άνδρες και οι προκαταρκτικές θυσίες υποσχέθηκαν νίκη, δόθηκε το σύνθημα κι οι Αθηναίοι ξεκίνησαν τρέχοντας προς τις γραμμές του εχθρού, όχι λιγότερο από οχτώ στάδια (μονάδα μέτρησης ίση με 160 μέτρα περίπου) μακριά. Οι Πέρσες αιφνιδιασμένοι που οι εχθροί τους πλησίαζαν τρέχοντας, ετοιμάστηκαν να τους αντιμετωπίσουν, με την πεποίθηση ότι οι Αθηναίοι αυτοκτονούσαν τολμώντας κατά μέτωπον επίθεση και μάλιστα με δρομαία έφοδο, με τόσο λίγες δυνάμεις χωρίς την υποστήριξη ιππικού ή τοξοτών. Οι Αθηναίοι πάντως πλησίασαν σε όλο το μήκος του μετώπου και πολέμησαν με αλησμόνητο τρόπο. Ήταν οι πρώτοι Έλληνες απ’ όσο γνωρίζω, που επιτέθηκαν τρέχοντας και οι πρώτοι που αντίκρισαν χωρίς φόβο τη Μηδική ενδυμασία και τους άνδρες που τη φορούσαν· διότι ως τότε, κανείς Έλληνας δεν άντεχε ούτε ν’ ακούσει το όνομα Μήδος χωρίς να νιώσει τρόμο.
  113. Η μάχη στον Μαραθώνα είχε μεγάλη διάρκεια. Στο κέντρο όπου είχαν παραταχθεί Πέρσες και Σάκες, οι εισβολείς υπερτερούσαν σε βαθμό, γεγονός που τους επέτρεψε πρόσκαιρα να διασπάσουν τις γραμμές των Ελλήνων και να καταδιώξουν τους φυγάδες προς τα ηπειρωτικά· οι Αθηναίοι όμως, από τη μια πτέρυγα και οι Πλαταιείς από την άλλη τελικά βγήκαν νικητές. Μόλις νίκησαν άφησαν τους ηττημένους εχθρούς να υποχωρήσουν κι έπειτα ενώνοντας τα δυο άκρα, στράφηκαν ενάντια στους Πέρσες που είχαν διαπεράσει το κέντρο. Και πάλι κατάφεραν να υπερισχύσουν, κυνηγώντας τον οικτρά ηττημένο εχθρό και αποδεκατίζοντας τις δυνάμεις του μέχρι που έφτασαν στη θάλασσα, όπου απείλησαν να καταλάβουν και να κάψουν τα πλοία.
  114. Σ’ αυτή τη φάση του αγώνα σκοτώθηκε ο πολέμαρχος Καλλίμαχος, πολεμώντας γενναία, όπως κι ο Στησίλαος γιος του Θρασύλη και ένας εκ των στρατηγών· όπως επίσης ο Κυνέγειρος (αδελφός του ποιητή Αισχύλου ο οποίος επίσης συμμετείχε) γιος του Ευφορίωνα έχασε το χέρι του από τσεκούρι ανεβαίνοντας στην πρύμνη ενός πλοίου και τελικά τη ζωή του μαζί με πολλούς άλλους γνωστούς Αθηναίους. 
 115. Οι Αθηναίοι ακινητοποίησαν επτά πλοία όμως τα υπόλοιπα κατάφεραν να φύγουν και οι Πέρσες, αφού πήραν τους αιχμαλώτους από την Ερέτρια που είχαν αφήσει στην Αιγίλια, περιέπλευσαν το Σούνιο με κατεύθυνση την Αθήνα, ελπίζοντας ότι θα έφταναν εκεί πριν τον αθηναϊκό στρατό. Στην Αθήνα οι Αλκμεωνίδες (αριστοκρατικό γένος της αρχαίας Αθήνας) κατηγορήθηκαν ότι αυτοί πρότειναν αυτή την κίνηση στους Πέρσες· ειπώθηκε πως είχαν συνεννοηθεί με τους Πέρσες και σήκωσαν μια ασπίδα ως σύνθημα για να ξεκινήσουν την ώρα που αυτοί βρίσκονταν ήδη στα πλοία. 
 116. Ενώ ο περσικός στόλος περιέπλεε το ακρωτήριο, οι Αθηναίοι έτρεξαν στην πόλη τους το ταχύτερο δυνατόν για να την υπερασπισθούν και κατάφεραν να φτάσουν πριν τον εχθρό. Όπως στον Μαραθώνα το αθηναϊκό στρατόπεδο βρισκόταν σε ιερό έδαφος του Ηρακλή, έτσι και τώρα στρατοπέδευσαν στον άλλο ιερό χώρο του Ηρακλή, στο Κυνόσαργες. Όταν εμφανίσθηκε ο περσικός στόλος, αγκυροβόλησε για λίγο έξω από το Φάληρο (εκείνη την εποχή ήταν το σπουδαιότερο λιμάνι των Αθηνών) κι κατόπιν απέπλευσε για την Ασία.  
 ****************************
Η μάχη του Μαραθώνα έλαβε χώρα στις 17 Σεπτεμβρίου 490 π.Χ. Επικεφαλής των περσικών δυνάμεων ήταν ο Μηδικής καταγωγής Δάτης και ο ανεψιός του Δαρείου Αρταφέρνης. Συμμετείχαν 48.000 Πέρσες και 11.000 Έλληνες (10.000 Αθηναίοι και 1.000 Πλαταιείς). Οι απώλειες ήσαν περίπου έξι χιλιάδες τετρακόσιοι Πέρσες και εκατόν ενενήντα δύο Έλληνες.
Άγνωστες ή λιγότερο γνωστές πτυχές που αφορούν στη μάχη είναι και οι ακόλουθες:
- Όταν οι Ελληνικές πόλεις – κράτη της Μικράς Ασίας που αποτελούσαν τμήμα της Περσικής Αυτοκρατορίας επαναστάτησαν κατά των Περσών. Η Αθήνα για να τις βοηθήσει έστειλε είκοσι πλοία και πέντε πλοία η πόλη Ερέτρια της Ευβοίας. Οι επαναστάτες είχαν μερικές επιτυχίες αρχικά και πυρπόλησαν τις Σάρδεις, πρωτεύουσα του πέρση σατράπη της Ιωνίας. Γρήγορα όμως ηττήθηκαν από τους Πέρσες και ο βασιλιάς της Περσίας Δαρείος, μαθαίνοντας ότι κάποιες άγνωστες πόλεις- κράτη της Ελλάδας είχαν στείλει βοήθεια στους επαναστάτες, ρώτησε να μάθει ποια ήταν η Αθήνα. Όταν τον ενημέρωσαν γι’ αυτούς τους αναιδείς Αθηναίους, θύμωσε τόσο πολύ ώστε έριξε με το τόξο του ένα βέλος στον ουρανό και ορκίστηκε να τους τιμωρήσει. Τόσος ήταν ο θυμός του ώστε είχε υποχρεώσει κάθε βράδυ έναν από τους υπηρέτες του να του λέει: «Δέσποτα, μέμνησο των Αθηναίων!».
- Μετά την αποτυχία της εκστρατείας του 492 π.Χ (κατεστράφη ο περσικός στόλος λόγω θύελλας) ο Δαρείος διέταξε να αρχίσουν νέες προετοιμασίες και σύμφωνα με τις συνήθειες της εποχής έστειλε κήρυκες στους Έλληνες για να ζητήσει «γην και ύδωρ» ως δείγμα υποταγής. Πολλές από τις πόλεις συμμορφώθηκαν, άλλες όμως όχι με πρώτες την Αθήνα και τη Σπάρτη. Οι Αθηναίοι θεώρησαν τόσο προσβλητική την απαίτηση των Περσών ώστε έριξαν τους κήρυκες στο βάραθρο της Ακρόπολης και καταδίκασαν σε θάνατο τους άτυχους διερμηνείς επειδή «λέρωσαν» την Ελληνική γλώσσα! ΟΙ Σπαρτιάτες έριξαν τους κήρυκες στο πιο κοντινό πηγάδι, για να βρουν άφθονη «γη και ύδωρ»!
- Αποστολή των περσικών δυνάμεων ήταν να υποχρεώσουν όλες τις Ελληνικές πόλεις που δεν είχαν δώσει «γην και ύδωρ» να γίνουν υποτελείς στο Μεγάλο Βασιλέα, να καταστρέψουν την Ερέτρια και την Αθήνα και «να φέρουν μπροστά του σκλάβους όλους τους κατοίκους.»
 - Σε ότι αφορά στο πνεύμα των Αθηναίων ο Ηρόδοτος, γράφει σχετικά:«Ελευθερία και Ισότητα στα κοινά είναι μεγάλα κίνητρα και έτσι εκείνοι που όταν ζούσαν κάτω από το ζυγό του δεσπότη δεν ήταν καλύτεροι πολεμιστές από τους γείτονές τους, μόλις ελευθερώθηκαν έγιναν οι πρώτοι από όλους. Γιατί ο καθένας ένιωθε ότι πολεμώντας για μια ελεύθερη κοινοπολιτεία, πολεμούσε στην πραγματικότητα για τον εαυτό του και ό,τι αναλάμβανε να κάνει ήταν πρόθυμος να το κάνει ολοκληρωτικά.»
- Ο ποιητής Αισχύλος, που πολέμησε στο Μαραθώνα, διέσωσε στην περίφημη τραγωδία «Πέρσες»: «Ίτε παίδες Ελλήνων, ελευθερούτε πατρίδα, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων, νυν υπέρ πάντων ο αγών!».
- Ο Ηρόδοτος μας λέει ότι «Όταν οι Πέρσες είδαν τους Αθηναίους να κατε-βαίνουν χωρίς ιππικό ή τοξότες και με μικρή δύναμη, πίστεψαν ότι ήταν ένας στρατός τρελών που έτρεχε να συναντήσει την καταστροφή του». 
- Το πιο σημαντικό αναγράφεται στο επίγραμμα που γράφτηκε από τονΣιμωνίδη τον Κείο στον τύμβο των Αθηναίων: «Ελλήνων προμαχούντες Αθηναίοι Μαραθώνι, χρυσοφόρων Μήδων εστόρεσαν δύναμιν». Οι Αθηναίοι ήταν οι πρώτοι που αντιλήφθηκαν ότι η ΕΝΟΤΗΤΑ όλων των Ελληνικών Πόλεων-Κρατών ήταν απαραίτητη για να αντιμετωπιστεί η απειλή από τους Πέρσες.
- Εκτιμάται ότι επικεφαλής των Σπαρτιατικών δυνάμεων (περίπου δύο χιλιάδες άνδρες) οι οποίες έφθασαν αργοπορημένα προς ενίσχυση των Αθηναίων ήταν οΛεωνίδας.
Ως επίλογος αξίζει να αναφερθεί η γνώμη ενός διακεκριμένου ιστορικού για τον Μιλτιάδη, του Hans Delbruck ο οποίος στο κλασσικό έργο του «Ιστορία της Τέχνης του Πολέμου- Πόλεμος στην Αρχαιότητα» γράφει: 
«Η εικόνα του Μιλτιάδη ως διοικητή στο πεδίο της μάχης στέκεται γιγάντια στα πρώιμα χρονικά της παγκόσμιας στρατιωτικής ιστορίας. Βρίσκουμε εδώ την πιο πλήρη και την πιο σπάνια μορφή ηγεσίας που έχει γεννήσει η πολεμική τέχνη μέχρι σήμερα, τον συνδυασμό άμυνας – επίθεσης, στις απλές καλλιτεχνικές γραμμές του πρώτου μεγάλου στρατιωτικού γεγονότος. Τι διορατικότητα στην επιλογή του πεδίου της μάχης, τι αυτοέλεγχος εν αναμονή της εχθρικής επίθεσης, τι εξουσία επί των μαζών, επί ενός στρατού από υπερήφανους, ελεύθερους πολίτες ώστε να μπορέσει να τους συγκρατήσει σταθερά στη θέση που είχε διαλέξει και μετά να τους οδηγήσει σε μια ξέφρενη επίθεση την αποφασιστική στιγμή! Όλα ήταν ρυθμισμένα για τη στιγμή αυτή – ούτε ένα λεπτό νωρίτερα, οπότε οι Αθηναίοι θα έφταναν στον εχθρό ξέπνοοι και αποδιοργανωμένοι, ούτε ένα λεπτό αργότερα, οπότε πολλά από τα βέλη του εχθρού θα είχαν βρει το στόχο τους και ο μεγάλος αριθμός των ανδρών που θα έπεφταν και θα δίσταζαν θα έσπαγε την ορμή της εφόδου, η οποία θα έπρεπε να πέσει σαν χιονοστιβάδα στις γραμμές του εχθρού αν ήθελε να νικήσει. Θα έχουμε ευκαιρία να αναλύσουμε και άλλες παρόμοιες περιπτώσεις αλλά ποτέ μια μεγαλύτερη από αυτή.»

Πηγές:
-http://www.hellinon.net
-Ηροδότου Ιστορικά
- Αρχείο ΓΕΣ «Η μάχη του Μαραθώνα» υπό Υπτγου Δημ. Γεδεών
-Αρχική απόδοση στη νεοελληνική: σειρά “ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ” εκδόσεις Οδυσσέα Χατζόπουλου
http://chilonas.wordpress.com/
read more “Η μάχη του Μαραθώνα”

Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

Θρύλοι για την Άλωση της Πόλης



Οι Ρωμιοί δεν θεώρησαν ποτέ οριστικό το γεγονός της Άλωσης της Πόλης από τα «αγαρηνά σκυλιά». Γι’ αυτό αμέσως σχεδόν μετά την πτώση της Βασιλεύουσας άρχισαν να δημιουργούνται θρύλοι και παραδόσεις που συντηρούσαν την ελπίδα του Γένους, όχι μόνο για την ανάκτηση τη Κωνσταντινούπολης αλλά όλης της παλιάς Αυτοκρατορίας από τον Τουρκικό ζυγό. Παραθέτουμε εδώ μερικούς.
ΤΑ ΔΙΣΚΟΠΟΤΗΡΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑΣ
Την ώρα που ακούονται έξω από την Αγία Σοφία φωνές «οι Τούρκοι! – οι Τούρκοι!», ο πρωτόπαπας βγαίνει από την στοά της εξομολογήσεως. Αποβραδίς κοινώνησε τον Αυτοκράτορα κι ως το πρωί εξομολογούσε. Όπως βγήκε ψηλός, ηλιοκαμένος, μ’ άσπρα γένια και φρύδια παχιά, νόμιζες πως ένας άγιος ξεκόλλησε από τον τοίχο. Και για μια στιγμή, όταν είδε το πλήθος γονατιστό να τρέμει, κιτρίνισε σαν το φλουρί, σαν να τον κτύπησε βόλι. Κοντοστάθηκε,
σφόγγισε τα δάκρυα και προχώρησε στην εκκλησία. Ο ναός, ο άμβωνας, ο σωλέας και τα περιστύλια ήταν γεμάτα κόσμο. Τα φώτα, οι πολυέλαιοι, οι κανδήλες ήταν αναμμένα…
Για τελευταία φορά έλαμπε στην Ανατολή το μεγαλείο της Χριστιανοσύνης. Έλαμπε η θαυμάσια αρχιτεκτονική του Ανθέμιου και Ισιδώρου. Έλαμπε ο αφάνταστος πλούτος, που εσκόρπισεν ο Ιουστινιανός, για να νικήσει τον Σολομώντα. Κι από μακριά έφταναν του τρόμου οι φωνές:
«Οι Τούρκοι! Οι Τούρκοι!»…
Οι πολυέλαιοι από κρύσταλλα ασημοδεμένα, τα πελώρια μανουάλια, σαν γίγαντες φωτοβόλοι, οι ποικιλόχρωμες κολόνες, τα χρυσά μωσαϊκά, όλα έλαμπαν για τελευταία φορά. Και ψηλά οι ελαφρύτατες γραμμές, γεμάτες ευγένεια, γεμάτες χάρη, αγκάλιαζαν, σαν σχέδιο ενάερης κολόνας, τον πελώριο τρούλο. Ω! όπως ήταν ο τρούλος θαυμάσιος στους γύρους, νόμιζες πως ζητούσε να πλανέψει σ’ έναν άλλο κόσμο τους χριστιανούς την ώρα της θυσίας!
Ο πρωτόπαπας έκαμε τρεις σταυρούς και μπήκε στο ιερό. Επάνω στην Αγία Τράπεζα, σα να ήταν κρεμαστός ουράνιος θόλος, το Κιβώτιο. Στήριζε τα τέσσερα χρυσά του πόδια στις τέσσερις γωνίες και απ’ εμπρός πρόβαλε ένα ωραίο τόξο. Ένας σταυρός χρύσιζε στην κορυφή του και μέσα από τον θόλο του κατέβαινε άσπρο περιστέρι, η Περιστερά του Αγίου Πνεύματος. Ο πρωτόπαπας βγάζει από τα σπλάχνα της Περιστεράς τα Δισκοπότηρα, τα σκέπασε με μεταξωτό, που λέγεται Αέρας, τα πήρε κι έφυγε. «Μη δότε τα Άγια τοις κυσίν», σκέφτηκε…
Σαν αρχαίο ελληνικό αγγείο, όλο από χρυσάφι, λίγο κοντό, με δυο όμορφα χερούλια και με πλευρές καμπύλες, τέτοιο ήταν το Ιερόν Ποτήριον. Το στόμα του τριγύριζε διπλή γραμμή σε ρυθμό μαιάντρου. Και στην πρόσοψη είχε το Χριστό σε κολυμπήθρα, από παράσταση αρχαία.
Ο ιερός Δίσκος ήταν από χρυσάφια καλοδουλεμένο. Στο κέντρο ο Μυστικός Δείπνος του Κυρίου. Και γύρω πολύτιμα πετράδια. Ο πρωτόπαπας έριξε μια ματιά στη θάλασσα, ανασκουμπώθηκε κι έσπρωξε με τέτοια δύναμη το καραβάκι, που γλίστρησε ως τον γιαλό. Μπήκε μέσα, άνοιξε πανί και κράτησε το τιμόνι γραμμή για την Βιθυνική παραλία. Ο αντίλαλος της Πόλης εξακολουθούσε…
«Οι Τούρκοι! Οι Τούρκοι!… ».
Μια τρικυμία σηκώθηκε τρανή. Το καραβάκι σαν τσόφλι χοροπηδούσε στα κύματα επάνω. Στην Πόλη φλόγες και καπνοί παντού. Στ’ αυτιά ο αέρας έφερνε μια άγρια αντήχηση από τρόμο, από δαρμούς, από παρακάλια, από ξεψυχημό, από βογκητά θανάτου…
Ω! Πόλη, με τα βασιλικά σου, με τους ιπποδρόμους σου, με τις ακαδημίες των τεχνών σου! Χριστιανοσύνη που εδίδαξες στον κόσμο την αλήθεια. Χιλιόχρονη ιστορία του πολιτισμού που σβήνεις. Εργάτες του νου που γενήκατε φυγάδες και δούλοι.
Ανθρώπινα έργα, που ζηλέψατε αθανασία και γενήκατε ερείπια. Μεγαλεία περασμένα. Αρματα νίκης που περνούσατε την Χρυσόπορτα. Βασιλείς με τις χρυσές κορόνες. Γεννήσεις και θάνατοι σβησμένοι για την πρόοδο. Μνημεία, που μέσα στην καταστροφή εμείνατε χωρίς μορφή, χωρίς όνομα. Άπειρες μέρες εκμηδενισμένες. Να! παίρνει τη σκόνης σας ένας ανθρώπινος ανεμοστρόβιλος και την σκορπίζει στους τέσσερις ανέμους!
Η Δύση του ηλίου χρωμάτισε τον ουρανό κόκκινο, σαν αίμα. Σημάδι της φρίκης. Ο άνεμος εξακολουθούσε να φυσά κι ο ανεμοστρόβιλος σάρωνε την Προποντίδα.
Σκοτείνιασε. Το σκοτάδι σκέπασε τον ουρανό, την Πόλη. Κι από τη θάλασσα μακριά ανέβαινε αιμοσταγμένος του φεγγαριού ο δίσκος. Κόκκινος, σαν τα μάτια του φονιά.
Ολόρθος στο καράβι ο πρωτόπαπας κάρφωσε στον ουρανό τα μάτια του και είδε – ω φρίκη! – το φονικό φεγγάρι να στέκεται ακίνητο στον τρούλο της Αγίας Σοφίας. Και είδε να μαυρίζει, να μαυρίζει ο μισός δίσκος. Αρχαία προφητεία έλεγε: «θα είναι πανσέληνος. Έκλειψη θα γίνει. Και η Πόλη θα πέσει!»…
Ο πρωτόπαπας περιχύθηκε με κρύο ιδρώτα. Έβλεπε μια τον σταυρό στον τρούλο της Αγίας Σοφίας και μια το μισοφέγγαρο. Το καραβάκι χοροπηδούσε στα κύματα της θάλασσας. Χίλια κομμάτια έγινε το μικρό πανί του. Κι ο αέρας βούιζε σα θρήνος στο κατάρτι του. Ο πρωτόπαπας έβαλε τις τελευταίες του προσπάθειες. Στο στήθος του κρατούσε σφιχτά τα Δισκοπότηρα. Κι ενώ θωρούσε πέρα την Αγία Σοφία, δε βλέπει το σταυρό… Βλέπει μισοφέγγαρο…
Αμέσως άνοιξαν τα μεσουράνια. Ένα φως γλυκύτατο απλώθηκε. Άγγελος Κυρίου φάνηκε κι άρπαξε τα Δισκοπότηρα.
Μην ήταν θαύμα; Η θάλασσα άνοιξε στόμια και κατάπιε τον πρωτόπαπα. Γαλήνη! Το τρομερό στοιχείο ησύχασε. Και σαν να ήταν Φώτα κι άγιασε την θάλασσα σταυρός…
ΤΟ ΠΟΤΑΜΙ ΠΟΥ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΝΑ ΚΥΛΑΕΙ.
Οι περισσότεροι τοπικοί θρύλοι για την άλωση της Κωνσταντινούπολης μοιάζουν σε ένα σημείο: όλοι δείχνουν ότι ο χρόνος σταμάτησε με την κατάληψη της ιερής πόλης της Ορθοδοξίας από τους άπιστους Τούρκους και ότι η τάξη στον κόσμο θα επανέλθει με την ανακατάληψη της Βασιλεύουσας από τους Έλληνες. Έτσι, και στην Ήπειρο υπάρχει μια αντίστοιχη λαϊκή δοξασία. Συγκεκριμένα, ένα πουλί φέρνει την αναγγελία της πτώσης της Πόλης σε μια ομάδα βοσκών που εκείνη τη στιγμή ποτίζουν τα κοπάδια τους σε ένα ποτάμι, Ο θρύλος λέει ότι στο άκουσμα της φοβερής είδησης τα νερά του ποταμίου σταμάτησαν να κυλάνε, αφού και το φυσικό στοιχείο θεώρησε ότι η πτώση της Κωνσταντινούπολης ήταν κάτι το ανήκουστο. Το ποτάμι θα συνεχίσει και πάλι να κυλάει, μόλις απελευθερωθεί η Πόλη, συνεχίζει ο λαϊκός θρύλος…
ΟΙ ΚΡΗΤΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΙΣΤΕΣ
Έναν από τους πύργους των τειχών της Πόλης τον υπεράσπιζαν τρία αδέρφια, άρχοντες Κρητικοί που πολεμούσαν με το μέρος των Βενετών (η Κρήτη τότε ήταν κάτω από την κυριαρχία των Βενετών). Μετά την πτώση της πόλης τα τρία αδέρφια και οι άντρες τους εξακολουθούσαν να πολεμούν και παρά τις λυσσώδεις προσπάθειες τους οι Τούρκοι δεν είχαν κατορθώσει να καταλάβουν τον πύργο. Για το περιστατικό αυτό ενημερώθηκε ο Σουλτάνος και εντυπωσιάστηκε από την παλικαριά τους. Αποφάσισε, λοιπόν, να τους επιτρέψει να φύγουν με ασφάλεια από τον πύργο και να πάρουν ένα καράβι με τους άντρες τους και να γυρίσουν στην Κρήτη. Πραγματικά η πρόταση του έγινε δεκτή με τη σκέψη ότι έπρεπε να μείνουν ζωντανοί για να πολεμήσουν να ξαναπάρουν τη Βασιλεύουσα πίσω από τους απίστους. Έτσι οι Κρητικοί επιβιβάστηκαν στο πλοίο τους και ξεκίνησαν για το νησί τους. Το πλοίο δεν έφτασε ποτέ στην Κρήτη και ο θρύλος λέει ότι περιπλανιούνται αιώνια στο πέλαγος μέχρι τη στιγμή που θα ξεκινήσει η μάχη για την ανακατάληψη της Πόλης από τους Έλληνες. Τότε το πλοίο των Κρητικών θα τους ξαναφέρει στην Κωνσταντινούπολη για να πάρουν και αυτοί μέρος στη μάχη και να ολοκληρώσουν την αποστολή τους και το ελληνικό έθνος να ξανακερδίσει την Πόλη.
ΟΙ ΕΙΚΟΝΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΚΑΤΑΣΤΡΕΦΟΝΤΑΝ
Όταν οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη ξεκίνησαν να καταστρέφουν τις εκκλησίες και τα μοναστήρια. Στην Αγία Σοφιά είχε καταφύγει πολύ λαός, κυρίως γυναικόπαιδα, για να αποφύγουν τον θάνατο. Όμως η παρουσία τους εκεί δεν τους έσωσε, καθώς φανατισμένοι από τους δερβίσηδες μωαμεθανοί μπήκαν στην εκκλησία και άρχισαν να σφάζουν αδιακρίτως όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Ο σωρός των πτωμάτων έφτασε τα δέκα μέτρα. Όταν μάλιστα ο Σουλτάνος Μωάμεθ προσπάθησε να μπει στο ναό το άλογο του σκόνταψε πάνω στα πτώματα, Με την οπλή του το άλογο άφησε ένα σημάδι στην κορυφή ενός στύλου, το οποίο σώζεται μέχρι σήμερα. Τις πιο πολλές εικόνες και τοιχογραφίες της Αγία Σοφιάς τις κατέστρεψαν οι Τούρκοι. Όταν, όμως, οι άπιστοι εισβολείς έφτασαν στον εξώστη – γυναικωνίτη και ένας τσαούσης (Τούρκος αξιωματικός) προσπάθησε με έναν πέλεκυ να καταστρέψει μια τοιχογραφία της Παναγίας που κρατά στα χέρια της τον Ιησού μωρό, έγινε το θαύμα ! Τη στιγμή που ο Τούρκος προσπάθησε να καταφέρει το πρώτο χτύπημα στην τοιχογραφία κεραυνοβολήθηκε κι έπεσε νεκρός. Τη θέση του πήρε ένας άλλος Τούρκος, αλλά την ίδια στιγμή κι εκείνος είχε την ίδια τύχη. Οι υπόλοιποι βάρβαροι πανικοβλήθηκαν απ’ το πρωτόγνωρο γι’ αυτούς θαύμα και γεμάτοι τρόμο, αλλά και σεβασμό εγκατέλειψαν την ανόσια προσπάθεια τους. Η συγκεκριμένη τοιχογραφία σώζεται μέχρι σήμερα στον δεξιό εξώστη της Αγία Σοφιάς.
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΣΟΦΙΑ
Όταν οι Τούρκοι μπήκαν στη Βασιλική Εκκλησία, ένας ιερέας τελούσε τη θεία Λειτουργία. Βλέποντας τους άπιστους να μπαίνουν, δε σκεπτόταν παρά πώς να σώσει από τη βεβήλωση τον ιερό άρτο και το πολύτιμο Αίμα του Χριστού. Ανέβηκε, λοιπόν, βιαστικός στον Άμβωνα, κρατώντας τ’ Άγιο Δισκοπότηρο κι εξαφανίστηκε σε μια μικρή πόρτα. Την έκλεισε πίσω του, μα δυστυχώς οι Τούρκοι τον είχαν δει κι έτρεξαν να τον προφτάσουν. Όταν όμως έφθασαν στο σημείο που θα έπρεπε να βρίσκεται η πόρτα, ξαφνιάστηκαν γιατί δεν είδαν παρά μόνο μια γυμνή, λεία επιφάνεια χωρίς το παραμικρό σημάδι ανοίγματος. Αγριεμένοι, προσπάθησαν να γκρεμίσουν τον τοίχο, αλλά έσπασαν τα όπλα τους, χωρίς να καταφέρουν τίποτε! -Ας φέρουν τους χτίστες του στρατού μας, αποφάσισε ο Σουλτάνος. Έτσι θα δούμε τι είναι πίσω απ’ αυτόν τον τοίχο. Οι χτίστες ήρθαν με τα εργαλεία τους κι άρχισαν να χτυπούν τον τοίχο. Παρ’ όλες τους τις προσπάθειες όμως, δεν μπόρεσαν ούτε να τον τρυπήσουν κι ομολόγησαν πως σίγουρα υπήρχε κάποιο τεχνικό μέσο, που τους ήταν άγνωστο. -Είστε ανίκανοι, φώναξε καταθυμωμένος ο Σουλτάνος και θα τιμωρηθείτε! Να φέρουν βυζαντινούς χτίστες! Τότε έφεραν βιαστικά όσους μπόρεσαν και απειλώντας τους με θάνατο, τους πρόσταζαν να ρίξουν αυτόν τον τοίχο! Μα, ούτε κι αυτοί δεν τα κατάφεραν! Γιατί, το θέλημα του θεού, πιο δυνατό από κάθε ανθρώπινη δύναμη, κρατούσε αυτές τις πέτρες δεμένες γερά, για να προστατεύει τον ιερέα. Όλους αυτούς τους αιώνες, ο ιερέας αγρυπνεί, σφίγγοντας το δισκοπότηρο, που προστάτευσε από τους άπιστους! Μα, όταν θα ξαναπάρουμε την Πόλη, η πόρτα θα ξανανοίξει μόνη της, ο ιερέας θα βγει, θα ξαναμπεί στο ιερό και θα συνεχίσει τα λόγια της λειτουργίας, από κει ακριβώς που είχε σταματήσει!
δείτε και εδώ
read more “Θρύλοι για την Άλωση της Πόλης”

Πέμπτη, 21 Ιουνίου 2012

Κοσμάς Βλάχος : Ένας αφανής Ήρωας του Λιμενικού Σώματος


Η Ελλάδα είναι προορισμένη να γεννά ήρωες και να τους ξεχνάει γρήγορα! Πόσοι ήρωες του 1821 πέθαναν στην ψάθα…
Ακριβώς 100 χρόνια από τότε, το 1921, κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Εκστρατείας, ένας λεβέντης λιμενικός, ο υποκελευστής Κοσμάς Βλάχος (που εκτελούσε χρέη Λιμενάρχου στην Κίο της Μικράς Ασίας) ήρθε στην επικαιρότητα και μετά λησμονήθηκε. Ποιος τον θυμάται σήμερα; Μονάχα οι απόγονοί του και κάποιοι παθιασμένοι που ψάχνουν στα χρονοτούλαπα της Ιστορίας.
Από μια ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΙΑΤΑΓΗ του Λιμεναρείου Ραιδεστού (αριθμός 24/31-7-1921) που υπογράφει ο αντιπλοίαρχος Δ. Κάρκας. Επιθεωρητής Λιμενικών Αρχών Προποντίδος, μαθαίνουμε για τον άθλο του Κοσμά Βλάχου και την ΠΛΗΡΗ ΕΥΑΡΕΣΚΕΙΑΝ που του εξέφρασε η προϊσταμένη του Αρχή «δια την ανδρείαν και το θάρρος το επιδειχθέν την 20ήν Ιουλίου 1921. Εν Κίω της Μικράς Ασίας, κατά την εκ του συστάδην γενομένην συμπλοκήν αυτού μετά του αιμοβόρου και διαβοήτου αρχιληστού και αρχιτσέτου (Κεμαλικού) Κεραμπεκήρ Κιαμήλ Αγά».
Στη συνέχεια η ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΙΑΤΑΓΗ περιγράφει το κατόρθωμα του Κοσμά Βλάχου: «Κατόρθωσε, με πραγματικόν κίνδυνος της ζωής του, να συλλάβη, να αφοπλίση αυτόν και να τον παραδώση δέσμιον εις τας Αρχάς». Και καταλήγει η ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΙΑΤΑΓΗ: «H τε πατρίς και η κοινωνία των Ελλήνων Χριστιανών της περιοχής, όπου η έδρα ο συλληφθείς κακούργος ευγνωμονούν τοιούτους ανδρείους στρατιώτας. Η παρούσα αναγνωσθήτω τρις εν επιθεωρήσει».
Υπογραμμίζουμε την τελευταία φράση: «Η διαταγή να διαβασθεί τρεις φορές στους άνδρες του Λιμενικού Σώματος (και όχι μόνον) κατά την ώρα της καθημερινής επιθεωρήσεως. Γίνεται έτσι φανερό, ότι η Προϊσταμένη Αρχή θέλησε να δώσει στο ανδραγάθημα του γενναίου υποκελευστή Κοσμά Βλάχου την μεγαλύτερη δυνατή δημοσιότητα προς παραδειγματισμόν. Ακολούθως τιμήθηκε με το παράσημο ανδρείας και έλαβε προαγωγήν στον βαθμό του κελευστού.
Η ατυχής έκβαση της Μικρασιατικής Εκστρατείας και τα δεινά που επακολούθησαν έριξαν στη λήθη τον άθλο του Κοσμά Βλάχου μαζί με πολλούς άλλους άθλους των παιδιών της Ελλάδας.
Η ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ ΤΟΥ
Ευτυχώς, ο ήρωάς μας, δεν πέθανε στην ψάθα!... Από την έρευνα που κάναμε, βρήκαμε τα ακόλουθα:
Ο Κοσμάς Βλάχος γεννήθηκε το 1895 στη Σαντορίνη και συγκεκριμένα στο χωριό Μέσα Γωνιά Επισκοπής. Ο πατέρας του Κωνσταντίνος Βλάχος ήταν ιερέας. Μεγάλωσε με τις χριστιανικές αρχές που πήρε από τους γονείς του. Είχε δύο αδελφές. Τελείωσε το Δημοτικό στο χωριό του και συνέχισε στο Σχολαρχείο και στο Γυμνάσιο της Σύρου. Κατατάχθηκε στο Πολεμικό Ναυτικό ως δίοπος και υπηρέτησε στα δοξασμένα πλοία «Αβέρωφ» και Ιέραξ».
Τα πατριωτικά του αισθήματα φανερώνει ένα συγκλονιστικό γράμμα τους προς τους γονείς του από την Κωνσταντινούπολη, με ημερομηνία 31 Οκτωβρίου 1918. Ιδού ένα απόσπασμα: «Σεβαστοί μου γονείς, Χριστός Ανέστη! Ανέστη σύμπας ο Ελληνισμός, Ανέστη η Βασίλισσα των Πόλεων. Ηλευθερώθη η Κωνσταντινούπολις. Το όνειρο του Ελληνισμού επραγματοποιήθη. Είναι απερίγραπτος ο ενθουσιασμός και η υποδοχή την οποίαν μας έκαναν. Ολόκληρη η Πόλις, σημαιοστόλιστη, εχαιρέτα τους ελευθερωτάς της. Ημείς δεν ηδυνάμεθα να κρατήσωμεν τα δάκρυα εκ της συγκινήσεως… Και πάντα ταύτα οφείλονται εις τον παμμέγιστον ελευθερωτήν του ελληνισμού Ελευθέριον Βενιζέλον, τον ένδοξον στόλον και στρατόν και εις τους γενναίους συμμάχους μας. Ζήτω ο Μέγας Εθνάρχης!.. Ο υιός σας Κοσμάς Βλάχος».
Ακολούθησε η Μικρασιατική Εκστρατεία και ο άθλος του στην Κίο. Στη συνέχεια επέστρεψε στη Σύρο έως ότου διορίσθηκε λιμενάρχης στη Σούδα της Κρήτης. Εκεί νυμφεύθηκε την Χρυσή Αναγνωστάκη και απέκτησε εφτά παιδιά. Ακολούθησαν μεταθέσεις στα Χανιά και στο Ρέθυμνο και προααγωγές του. Αρχικελευστής, Σημαιοφόρος.
Κατά την Κατοχή εντάχθηκε στην Κρητική Αντίσταση και πήρε μέρος σε πολλές επικίνδυνες αποστολές (φυγάδευση Άγγλων αξιωματικών κλπ). Συνελήφθη από τους Γερμανούς και φυλακίστηκε στη «Φορτέτζα», όπου είχαν τους μελλοθανάτους. Οδηγήθηκε μετά στη λεγόμενη Σοχώρα, όπου γίνονταν εκτελέσεις. Κατά καλή τύχη, με την επέμβαση Αντιστασιακών ελευθερώθηκε.
Μετά την απελευθέρωση συνέχισε την υπηρεσία του ως Λιμενάρχης Ρεθύμνης με τον βαθμό του Σημαιοφόρου και αργότερα του υποπλοιάρχου. Υπήρξε πάντοτε ευγενής, προσιτός και αγαπητός σε όλη τη Ρεθυμνιακή κοινωνία. Αποστρατεύθηκε με τον βαθμό του Πλωτάρχου και του απενεμήθησαν 4 παράσημα ανδρείας.
Πέθανε από πνευμονικό οίδημα, το 1978, στο Νέο Φάληρο και κιηδεύτηκε με τις δέουσες τιμές, αφήνοντας την μνήμη ενός γενναίου ανδρός, αγνού πατριώτη και λαμπρού οικογενειάρχη.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΚΑΡΟΝΑΣ
read more “Κοσμάς Βλάχος : Ένας αφανής Ήρωας του Λιμενικού Σώματος”

Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

Ο Θεόδωρος Παπαλοΐζος διδάσκει δωρεάν την ελληνική γλώσσα, μέσω του διαδικτύου



ΗΠΑ: Διδάσκει δωρεάν την ελληνική γλώσσα, μέσω του διαδικτύου, μετά από πενήντα χρόνια προσφοράς στην ελληνόγλωσση εκπαίδευση.
Γενιές ολόκληρες έχουν μάθει την ελληνική γλώσσα, ιστορία, και πολιτισμό μέσα από τα βιβλία του, επί πενήντα και πλέον χρόνια, στην Αμερική. Ο λόγος για τον δάσκαλο και συγγραφέα, Θεόδωρο Παπαλοΐζο, που σύμφωνα με ρεπορτάζ του «Εθνικού Κήρυκα», τώρα όσοι επιθυμούν, ανεξαρτήτως ηλικίας, μπορούν να μάθουν τη γλώσσα μας μέσω διαδικτύου, και μάλιστα δωρεάν.
Η σειρά ηλεκτρονικών μαθημάτων, που διαθέτει ο Παπαλοΐζος, περιλαμβάνει βίντεο και άλλες μεθόδους, που έχει καθιερώσει κατά τη 50χρονη καριέρα του.
«Τα παιδιά αρέσκονται να μαθαίνουν και χρησιμοποιούν τους υπολογιστές και το ίντερνετ κάθε μέρα, με το οποίο αισθάνονται σαν στο σπίτι τους», επισημαίνει ο κ. Παπαλοΐζος. Και συνεχίζει: «Είναι φυσιολογικό να χρησιμοποιήσουμε αυτό το εξαιρετικό μέσο να τα βοηθήσουμε να μάθουν να μιλούν Ελληνικά».
Η ιστοσελίδα, μέσω της οποίας παρέχονται τα μαθήματα, είναι ηwww.Greek123.com.
«Τα βίντεο και τα μαθήματα έχουν δομηθεί κατά τέτοιο τρόπο, που είναι εύκολα και ευχάριστα. Άσχετα αν κάποιος είναι έξη ή εξήντα ετών, μπορεί να μάθει Ελληνικά μέσω ίντερνετ, ακόμα κι αν δεν έχει χρησιμοποιήσει άλλη φορά ηλεκτρονικό υπολογιστή», λέει ο κ. Παπαλοΐζος.
Ο δάσκαλος, που χαίρει εκτίμησης, όπως τονίζει ο «Εθνικός Κήρυκας», είναι ο πρώτος συγγραφέας και εκδότης συστηματικών βιβλίων και εγχειριδίων εκμάθησης της Ελληνικής γλώσσας στην Αμερική. Πεντακόσιες και πλέον χιλιάδες αντίτυπα βιβλίων του έχουν κυκλοφορήσει σ’ όλα τα σχολεία των κοινοτήτων της Αμερικής και εξακολουθούν χρησιμοποιούνται και σήμερα. Το 1957 εκδόθηκε το πρώτο βιβλίο, το Αλφαβητάριο, το οποίο έγινε δεκτό, τότε, από είκοσι κοινότητες.
«Μου ζήτησαν να εξακολουθήσω την έκδοση της Δευτέρας και Τρίτης τάξης και ούτω καθ’ εξής. Μέχρι τότε υπήρχαν τα βιβλία του Μητροπολίτη Γερμανού Πολυζωίδη και του Ντίβρι, τα οποία ήταν γραμμένα στην καθαρεύουσα και μάλλον δυσκόλευαν το έργο της διδασκαλίας», θυμάται ο κ. Παπαλοϊζος.
Το 1964 ο τότε Αρχιεπίσκοπος Βορείου και Ν. Αμερικής, Ιάκωβος, έδωσε γραπτή έγκριση στον κ. Παπαλοΐζο για τα βιβλία του και τη διάθεσή τους στα σχολεία των ελληνικών κοινοτήτων.
Ο Θεόδωρος Παπαλοΐζος γεννήθηκε στο Κάιρο της Αιγύπτου. Ο πατέρας του, Κώστας, ήταν από την Κύπρο και η μητέρα του, Μαρία, από τη Σάμο. Η οικογένειά του μετοίκησε στην Κύπρο όταν ήταν τριών χρονών. Τέλειωσε το Δημοτικό Σχολείο και το Γυμνάσιο της Επαρχίας Πάφου, όπως και το Αγγλικό Διδασκαλικό Κολλέγιο του Μόρφου. Φοίτησε ένα χρόνο στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Στην Αμερική, και συγκεκριμένα στο Πίτσμπουργκ, πήγε το 1947, όπου και διορίστηκε δάσκαλος, γραμματέας και ψάλτης στην κοινότητα της Αγίας Τριάδος.
Μετά από δύο χρόνια, ανέλαβε καθήκοντα διευθυντή των σχολείων, χοράρχης, ψάλτης και γραμματέας στον Καθεδρικό Ναό της Αγίας Σοφίας, στην Ουάσιγκτον. Στη θέση αυτή έμεινε για δέκα χρόνια (1949-1959) και στη συνέχεια ανέλαβε τα ίδια καθήκοντα στην κοινότητα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, στην Αμερικανική πρωτεύουσα.
Συνέχισε τις σπουδές του, επί τρία χρόνια, στο «Wilson’s Teachers College» της Ουάσιγκτον, στο πανεπιστήμιο Μέριλαντ (elementary education), αποφοιτώντας με Βachelor of Science και στο Catholic University της Ουάσιγκτoν, απ΄ όπου έλαβε διδακτορικό στα Ελληνικά και Λατινικά. [Δ.Ρ., ΑΠΕ-ΜΠΕ]

read more “Ο Θεόδωρος Παπαλοΐζος διδάσκει δωρεάν την ελληνική γλώσσα, μέσω του διαδικτύου”