Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Η “εύτακτος” αποχώρησις από την Σμύρνη το 1922...


ΑΚΡΩΣ ΕΠΕΙΓΟΝ (κρυπτογραφικόν) εκ Σμύρνης αρ. 95
« … Πάντες οι δημόσιοι υπάλληλοι περιφερείας σας οφείλουσι να συγκεντρωθώσι έδρα σας και να είναι έτοιμοι προς αναχώρησιν εις πρώτην διαταγήν. Περί χρόνου αναχωρήσεως και τόπου κατευθύνσεως θέλομεν δώση ειδικήν διαταγήν. Παρούσαν τηρήσατε απολύτως μυστικήν από πληθυσμόν…».

Αριστείδης Στεργιάδης



ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ  "ΦΛΟΓΑ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΛΗΣΜΟΝΗΤΕΣ ΠΑΤΡΙΔΕΣ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ"


ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΜΑΧΑΙΡΙΔΗ

Η πόρτα του μεγάρου της προκυμαίας άνοιξε και ένας μεσήλικας κρατώντας με το ένα χέρι ένα μπαστούνι και με το άλλο μια βαλίτσα ξεπρόβαλε στο κεφαλόσκαλο.
Κοίταξε ανήσυχος προς τη θάλασσα και όταν βεβαιώθηκε ότι η ατμάκατος με το άγημα των ναυτών από το αγγλικό θωρηκτό «Σιδηρούς Δουξ» είχε πλευρίσει την προκυμαία κατευθύνθηκε με γρήγορα βήματα προς αυτήν. Κάποιοι περαστικοί που τον αναγνώρισαν στο πέρασμά του είπαν μια μόνο λέξη «κατάρα».
Ο μεσήλικας τυλιγμένος στη χρυσή ματαιοδοξία της μελλοντικής δικαίωσης απομακρύνθηκε από την ανυπεράσπιστη πόλη.
Το πρωί είχε δεχθεί στο μέγαρο τους ανώτερους υπαλλήλους του που εκτιμούσε ιδιαίτερα. Το μόνο που βρήκε να πει, για την επερχόμενη καταστροφή, ήταν:
- «Ας έλθη επι τέλους και αυτή η κατοχή των Τούρκων, δια να αντιληφθούν οι Ευρωπαίοι την διαφοράν της διοικήσεώς μου».
Ο μεσήλικας που ενδιαφερόταν για την υστεροφημία του ήταν ο Ύπατος Αρμοστής Σμύρνης, Αριστείδης Στεργιάδης. Ο Ύπατος Αρμοστής υπήρξε μια από τις σημαντικότερες και τις πλέον ενδιαφέρουσες προσωπικότητες της εποχής του. Διαπρεπής νομικός με ιδιαίτερες γνώσεις στο Οθωμανικό δίκαιο, γλωσσομαθής και οξύνους διετέλεσε πρόεδρος του πρώτου Μεικτού Δημοτικού Συμβουλίου Ηρακλείου από το 1900 έως και το 1911.
Το 1917 διορίστηκε, από τον Βενιζέλο, Γενικός Διοικητής Ηπείρου. Το 1919 κρίθηκε ως ο πλέον κατάλληλος για να αναλάβει τον επίζηλο ρόλο του Ύπατου Αρμοστή Σμύρνης.
Ο Στεργιάδης διέθετε αυτοπεποίθηση, γνώσεις και διοικητικές ικανότητες. Ήταν απόλυτα αφοσιωμένος στον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον οποίο θαύμαζε, και όχι στον πολιτικό χώρο των Φιλελευθέρων. Η διάκριση αυτή είναι σημαντική και δεν επιδέχεται παρερμηνεία ή παρανόηση. Δεν ήθελε να έχει καμιά σχέση με τους συνεργάτες του Βενιζέλου τους οποίους κατήγγειλε ως «ανθρωπάρια», «ιδιοτελείς» και «προδότες».
Δήλωνε χαρακτηριστικά ότι «οιαδήποτε ιδανικά, οιονδήποτε σχέδιον που επαρουσίαζε ο κ. Βενιζέλος, εσυρρικνώνετο, εις τας χείρας και εις τας ψυχάς των ανθρωπαρίων που ενεπιστεύετο, εις προδοσίαν και ιδιοτέλειαν».
Οι επικριτικές αναφορές και μόνο στο πρόσωπο του Στεργιάδη περισσότερο αποπροσανατολίζουν παρά βοηθούν στην κατανόηση των τραγικών γεγονότων της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Οι απόψεις των συγγραφέων και των ιστορικών ερευνητών υπόκεινται πάντα σε μελλοντικές αναθεωρήσεις. Στη συγγραφή της ιστορίας και της έρευνας δεν υπάρχει τέλος. Η ποιότητα, ωστόσο, της αναθεώρησης εξαρτάται από τον σκοπό, τα μέσα και το «βάθος» της ιστορικής έρευνας.
Το 1919 ο Αριστείδης Στεργιάδης υποβλήθηκε στην πιο δύσκολη δοκιμασία. Στη διοίκηση του πληθυσμού που κατοικούσε σε καθορισμένη, από τους «συμμάχους, περιοχή της δυτικής Μικράς Ασίας. Στη συγκεκριμένη περιοχή κατοικούσαν πληθυσμοί με διακριτές εθνικές, θρησκευτικές, πολιτικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαφορές.
Η δοκιμασία, για τον Ύπατο Αρμοστή, γινόταν ακόμα πιο επίπονη από την παρουσία χιλιάδων Ελλήνων οι οποίοι είχαν γνωρίσει τις ανηλεείς διώξεις από τους Οθωμανούς μουσουλμάνους στρατοχωροφύλακες, τους οργανωμένους «Τσέτες» και τον όχλο κατά την πρώτη φάση της γενοκτονίας στη Μικρά Ασία (1914 - 1918).
Αυτούς τους Έλληνες που είχαν χάσει προσφιλή τους πρόσωπα, τιμή και περιουσία, εκαλείτο να αποκαταστήσει και να διοικήσει ο Αριστείδης Στεργιάδης.
Το εντυπωσιακό δεδομένο, στο πείραμα που αναλάμβανε να πραγματοποιήσει ο επιστήθιος φίλος του Βενιζέλου ήταν ότι ο ίδιος ο Στεργιάδης δεν πίστευε από την αρχή του εγχειρήματος στην επιτυχία του.
Οι αντιστάσεις του κάμφθηκαν από την επιμονή του πρωθυπουργού και τις συνεχείς εκκλήσεις προς τον φίλο του να αναλάβει το ρόλο του Ύπατου Αρμοστή.
Ο Στεργιάδης τελικά δέχθηκε αλλά και πάλι αμφέβαλε ως προς την ορθότητα των κινήσεων των πρωταγωνιστών του Μικρασιατικού εγχειρήματος, Βενιζέλου και Λόυντ Τζώρτζ, με την αχαλίνωτη βιασύνη και τον αυτοσχεδιασμό που τους διέκρινε, κατά την κρίση του Αρμοστή.
Η διοίκηση του Στεργιάδη χαρακτηρίσθηκε από την ουδετερότητά της προς τις Ελληνικές θέσεις, την συνειδητή σκαιότητα προς τους πολίτες και τους εκπροσώπους των πολιτικών, στρατιωτικών και θρησκευτικών αρχών, την υπεροπτική και ηγεμονική συμπεριφορά ακόμα και προς τον Σμυρναίο βενιζελικό αρχιστράτηγο Λεωνίδα Παρασκευόπουλο.
Στον διευθυντή του γραφείου Τύπου της Αρμοστείας Μιχαήλ Ροδά, δήλωσε: «Αδιαφορώ ποίον και πόσους θα εύρω εις τον δρόμον μου. Θα περάσω επάνω από τις σάρκες τους για να επιτύχω την υποταγήν και την εμπέδωσιν της τάξεως».
Δυστυχώς, ο Στεργιάδης είχε τη σφαλερή εντύπωση πως οι κάτοικοι της Σμύρνης είχαν σχέση με τους κατσαπλιάδες και τους Αρβανίτες που είχε διοικήσει κατά το παρελθόν.
Με ποια συναιθσήματα και ποια διάθεση ήλθε ο Στεργιάδης στη Σμύρνη το απέδειξε από την πρώτη συνάντησή του με τους προκρίτους της πόλης.
«Έφερα μαζί μου, τους είπε απειλητικά, για να διοικήσω καλά τον τόπον, έναν βούρδουλαν, τον οποίον δεν θα διστάσω να χρησιμοποιήσω σκληρά και αδιάκριτα».
Παγερή σιωπή ακολούθησε. Οι πρόκριτοι κοίταζαν ο ένας τον άλλον κατάπληκτοι. «Τη σιγή διέκοψε ο γηραιός Σμυρναίος δημοσιογράφος Μιλτιάδης Σεϊζάνης, εκδότης της «Αρμονίας», μαχητής της Ελλάδας σε κάθε εθνική εξέγερση από το 1878.
- «Κύριε Ύπατε Αρμοστά, απάντησε, καλά θα κάμετε να κρεμάσετε τον βούρδουλαν στον τοίχον. Εκατοντάδες χρόνια επεριμέναμεν την σημερινήν ημέραν. Μη θέλετε να δηλητηριάσετε την χαράν μας».
Από το 1921 όταν πλέον οι Τούρκοι εθνικιστές και οι Έλληνες κυβερνήτες, οι «αποσυνάγωγοι» της Δύσης και «μπράβοι» της Αγγλίας, είχαν μετατρέψει το ζήτημα της Μικράς Ασίας σε πόλεμο αλληλοεξόντωσης και τελικής επικράτησης του ισχυροτέρου επί του αντιπάλου του, αποτελούσε τυφλή προκατάληψη και χίμαιρα να πιστεύουν οι Έλληνες ότι η Δύση θα υποστήριζε τις θέσεις τους.
Ο Στεργιάδης γνώριζε όλες τις παρασκηνιακές πρωτοβουλίες των δυτικών δυνάμεων προς την ελληνική κυβέρνηση για να αποσύρει τις ένοπλες δυνάμεις της από την Μικρά Ασία. Στις αρχές του 1922 δήλωνε προς τον Σιώτη, μέλος της επιτροπής Μικρασιατικής Άμυνας: «Την Μικράν Ασίαν πρόκειται να την αφήσωμεν. Πρόκειται περί μιας κηδείας. Κηδείας την οποίαν θα προσπαθήσωμεν να κάμωμεν όσον το δυνατόν μεγαλοπρεπεστέραν».
Στον Γεώργιο Παπανδρέου, την ίδια χρονική περίοδο, ομολογεί: «Βλέπω αναποτρέπτως και ταχέως επερχομένην την καταστροφήν και δεν ημπορώ να κάμω τίποτε. Τίποτε δεν μπορεί να γίνη, τίποτε».
«Φώναζε έξαλλος και κτυπούσε το κεφάλι του βίαια, με τα χέρια του, και στον τοίχο», αφηγείται ο Παπανδρέου.
Ο Ύπατος Αρμοστής πεπεισμένος πως οι Έλληνες ήταν αδύνατον να κερδίσουν βρισκόταν υπό συνεχή ψυχολογική πίεση. Αναγώριζε ωστόσο ότι ακόμα και η παραίτησή του δεν θα απέτρεπε την καταστροφή.
«Δυστυχώς εγώ που είχα προβλέψει τα πάντα προ πολλού, είμαι καταδικασμένος να υποστώ το βάσανο, ως συμμετέχων στην καταστροφή. Διότι είτε παραμείνω εις την θέσιν μου, είτε παραιτηθώ η καταστροφή θα επέλθη. Η παραίτησίς μου απλώς θα φέρη ταχύτερον την καταστροφήν με το να αποθαρρύνη τον στρατό και θα δώση εις τον Κεμάλ το έναυσμα δια να επιτεθή. Αυτός είναι ο λόγος που προτιμώ να θυσιάσω ολοσχερώς τον εαυτόν μου παραμένων εις την θέσιν μου ως καπετάνιος εις ένα βυθιζόμενον πλοίον».
Ο Αριστείδης Στεργιάδης ως ευσυνείδητος υπάλληλος του κράτους, μεθόδευσε και συντόνισε ψύχραιμα τις προσπάθειες της «ευτάκτου αποχωρήσεως» όπως χαρακτηριστικά έλεγε. Τα επίτακτα πλοία απέπλεαν κατάφορτα από στρατιώτες, υπαλλήλους του ελληνικού δημοσίου και πολεμικό υλικό. Οι επιβιβαζόμενοι στρατιώτες εφοδιαζόταν με σημειώματα από την διοίκησή τους.
Η 25η Αυγούστου 1922 ήταν η τελευταία ημέρα της ελληνικής κατοχής. Στα επίτακτα πλοία «Αδριατικός» και «Ατρόμητος» είχαν επιβιβασθεί οι κατώτεροι υπάλληλοι της Ελληνικής διοικήσεως. Οι ανώτεροι υπάλληλοι θα επιβιβαζόντουσαν στο πλοίο «Νάξος». Κατά διαταγή του Στεργιάδη όλοι θα έπρεπε να έχουν τα έγγραφα της ταυτότητάς τους και ειδική άδεια υπογεγραμμένη από τον Ύπατο Αρμοστή της Σμύρνης.
Γιατί έπρεπε οι Ελλαδίτες υπάλληλοι και στρατιώτες να έχουν θεωρημένα έγγραφα από την διοίκησή τους;
Η κυβέρνηση των Αθηνών είχε περάσει από την Βουλή τον άθλιο νόμο 2870, της 16ης Ιουλίου 1922, «Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής».
Όταν οι Ελλαδίτες αναφερόντουσαν «εις την αλλοδαπήν» στην προκειμένη περίπτωση εννοούσαν την Μικρά Ασία την οποίαν, υποτίθεται, πως είχαν απελευθερώσει ήδη από το 1919.
Ο νόμος απαγόρευε «την εν Ελλάδι αποβίβαση προσώπων ομαδόν αφικνουμένων εξ αλλοδαπής, εφ΄ όσον ούτοι δεν είναι εφοδιασμένοι δια τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων ή δια των εγγράφων των εκάστοτε οριζομένων δια Βασιλικών Διαταγμάτων, εκδιδομένων προτάσει των επί των Εσωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και Περιθάλψεως Υπουργών» (άρθρο 1).
Η κυβέρνηση αναγνωρίζοντας ότι επικρατούσε «βενιζελισμός ογκώδης» στους Μικρασιάτες πίστευε ότι «θα άξιζε πράγματι να παραδώσωμεν την Σμύρνην εις τον Κεμάλ, δια να πετσοκόψη όλους αυτούς τους αχρείους».
O Στεργιάδης φαίνεται ότι δήλωσε στο νομάρχη Λέσβου Γεώργιο Παπανδρέου «καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ γιατί αν πάνε στην Αθήνα (οι Μικρασιάτες) θα ανατρέψουν τα πάντα».
Ο θλιβερός Αύγουστος του 1922 στην πραγματικότητα υπήρξε έργο της Ελλαδίτικης άρχουσας τάξης, πολιτικής οικονομικής και στρατιωτικής.
Γράφει ο Μικρασιάτης Ηλίας Βενέζης στην «Εφταλού»: «Η γενεά μας είναι υπόλογη για πολλά. Και γι΄ αυτό έχασε την ελληνική Μικρασία. Για την καταστροφή αυτή, τη μεγαλύτερη των τελευταίων αιώνων της ιστορίας μας, δεν θα βρούμε ποτέ άφεση».
Ο λόγος,που θα πρέπει να οδύρονται οι Έλληνες δεν είναι για την καταστροφή της Σμύρνης και την σφαγή των κατοίκων της. Ο λόγος που θα πρέπει να ντρέπονται και να οδύρονται είναι γιατί ο Αύγουστος του 1922 υπήρξε δικό τους δημιούργημα.