Πέμπτη, 10 Δεκεμβρίου 2009

Από που βγήκαν οι λέξεις μόρτης και μάγκας



γράφει ο Σταύρος Λιλόγλου


Πάνε, πια, πάρα πολλά χρόνια, αφ' ότου ο Πειραιάς έπαψε νάχει μάγκες. Η ιστορία τους σταμάτησε στα 1940 με 1950, χωρίς οι τελευταίοι εκπρόσωποι του είδους να έχουν την αίγλη των πρώτων, έστω αν η «βασιλεία» τους κράτησε πάνω από 100 χρόνια. Ολα, βλέπετε, εκφυλίζονται!


Πολλοί συγχέουν το «μόρτης» με το «μάγκας». Το όνο­μα «μόρτυς», όμως, βγαίνει από την Ιταλική λέξη «μόρτο» που σημαίνει θάνατος. Οταν, τον Μεσαίωνα, είχε πέσει στην Ευρώπη το «μαύρο θανατικό», δηλαδή η χο­λέρα, στη Φλωρεντία, που εί­χε και τα περισσότερα θύμα­τα, δεν υπήρχαν πια νεκροθά­φτες για να θάψουν τους πε­θαμένους. Οι πλούσιοι κάτοι­κοι της πόλεως τότε, για να μην αφήνουν τους νεκρούς τους στους δρόμους πλήρωναν με­γάλα ποσά σ' αυτούς που θα τους έθαβαν. Ετσι, όλα τ' αποβράσματα της κοινωνίας, βρήκαν την ευκαιρία να πλουτίσουν.


Σχημάτισαν, λοιπόν, διάφορες ομάδες, που τις ονόμασαν «μορταρίες» και α­νελάμβαναν να θάβουν τους πεθαμένους Κι' από τότε η λέξη σήμαινε κακοποιό και α­λήτη, ενώ στην εποχή μας α­κούγεται συχνά, χωρίς να σοκάρει, και σημαίνει έξυπνος, πονηρός!..


Αντίθετα, η λέξη «μάγκας» έχει την προέλευση της στα η­ρωικά ελληνικά χρόνια. Κα­τά την εποχή του απελευθερω­τικού μας Αγώνα οι στρατολογούμενοι από τους οπλαρχηγούς,, διαιρούντο σε δυο ενωματίες. Κάθε ενωματία ονομαζόταν «Μάγκα» και ο αρ­χηγός της «Μάγκατζης». Ήταν τιμή και δόξα, λοιπόν, να είσαι Μάγκας ή να ανήκεις στους Μάγκες. Ξαφνικά, όμως, συνέβησαν τα γεγονότα που έδωσαν κα­κή σημασία στη λέξη: Στις 7 Δεκεμβρίου 1831, οι πληρε­ξούσιοι της «εν Αργει Εθνι­κής Συνελεύσεως», ήρθαν στα χέρια και χωρίστηκαν σε δυο κόμματα. Ο Ιωάννης Κωλέτης, τότε, ακολουθούμενος α­πό πολλούς πληρεξουσίους και οπλαρχηγούς Στερεοελλαδίτες, άρχισε να στρατολογεί οπλοφόρους για να πάει στο Ναύπλιο να καθαιρέσει τον Αυγουστίνο Καποδίστρια. που, μετά τη δολοφονία του αδελφού του, είχε αναγνωρισθεί από το αντίθετο κόμμα, Κυ­βερνήτης της Ελλάδος.


Ο Κωλέτης στρατολογού­σε κάθε άτακτο στοιχείο κι' έτσι δημιούργησε ένα μπουλούκι από κακοποιούς, που έκα­ναν τόσες αταξίες και κλε­ψιές, ώστε οι άλλοι Μάγκες των διαφόρων οπλαρχηγών ονόμασαν - κατ' ευφημισμό — τους Μάγκες του Κωλέτη «Μοσχομάγκες», αντί Βρωμομάγκες. Ετσι, όλοι οι οπα­δοί του Κωλετικού κόμματος πήραν τ' όνομα Μοσχαμάγκες και το κόμμα του Μοσχομαγκιτικό.


Με τον καιρό όταν στα 1843, ο Κωλέτης σχημάτισε Κυβέρνηση, μάγκες και μοσχομάγκες ονομάστηκαν ό­λα τα χαμίνια που εύρισκαν άσυλο στα διάφορα υπόγεια, και στους «τεκέδες».


Υπήρχαν, λοιπόν, τριών λο­γιών ……..κακοποιοί την εποχή ε­κείνη : οι Μόρτες, οι Μάγκες και οι Μοσχομάγκες. Λίγο αρ­γότερα, προστέθηκαν σ' αυ­τούς οι Νταήδες και οι Αντάμηδες, που ήταν, όμως, πα­ρακλάδια των πρώτων. Οι τελευταίοι έκαναν δικό τους «σινάφι» που τρομοκρατούσαν τα «πέριξ» με κλεψιές……μαχαιρώματα και φόνους καιμμιά φορά. Για να περάσει κανείς βράδυ από τις γειτονιές τους (Δραπετσώνα, Χατζηκυριάκειο, Καμίνια) — αν δεν ήταν κάτοικος της συνοικίας— έπρεπε να πληρώσει τον απα­ραίτητο φόρο. Αν ήταν φτωχαδάκι, περιορίζονταν μόνο στην καπνοσακούλα του. Αν καταλάβαιναν, όμως, ότι τόλεγε η τσέπη του δεν του άφηναν τίποτα. Του έπαιρναν πορτοφόλι, ρολόϊ, αλυσίδα, μπαστούνι καπέλο και ακό­μα σακάκι, παντελόνι και παπούτσια. Όλο αυτό το «πλιάτσικο» το εύρισκες την επομένη στα παλιατζίδικα, να πουλιέται σε «τιμή ευκαι­ρίας» !


Όλοι αυτοί εχρησιμοποιούντο από τα διάφορα κόμματα ως μπράβοι και τραμπούκοι. Φορούσαν ειδική περιβολή, μαύρο στενό παντελόνι, μεσάτο σακάκι, που περνούσαν μόνο το ένα του μανίκι, κόκκινο ζωνάρι, που άφηναν τη μια του άκρη να σέρνεται, πολύ μυτερό μποτίνι με κουμπιά στο πλάϊ και ψηλό τακούνι, σκληρό «καβουράκι» πάνω σε λαδωμένες αφέλειες και μπαρμπέτες, χοντρό δαχτυλίδι από ασήμι με νεκροκεφαλή στη μέση και κομπολόΐ.


Μερικοί έβαζαν και σκουλαρίκι στο αριστερό τους αυτί. Κάτι που κάνουν και σήμερα 2009 πολλοί άνδρες. Ακόμα και το βάδισμά τους ήταν ιδιόρρυθμο: Έκαναν μικρά και πηδηχτά βήματα κι' έγερναν ολόκληροι από το δεξιό πλευρό. Όσο δε πιο βραχνή ήταν η φωνή τους, τό­σο και πιο «σκληροί» άντρες εθεωρούντο.


Τα πραγματικά τους ονόμα­τα είχαν εξαφανισθεί. Όλοι είχαν παρατσούκλια: Ο Βρα­χνός, ο Αράπης,, ο Αγγινάρας, ο Μάπας, ο Κεφτές, ο Στραβαρίδας, ο Χηρογιός, ο Μαχαιράκιας, ο Σουγιάς και άλλα.


ΠΗΓΗ:koutouzis.gr