Σάββατο, 11 Ιουλίου 2009

ΓΙΑΤΙ ΑΠΕΤΥΧΕ Η ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ-ΙΟΥΛΙΟΣ 1922


Βρισκόμαστε στον Μάιο του 1922. Η κατάσταση του στρατού στη Μ.Ασία κάθε μέρα που περνούσε χειροτέρευε. Δεν ήταν μόνο η αναστάτωση που προκλήθηκε από την αντικατάσταση πολλών εμπειροπόλεμων αξιωματικών διοικητών μεγάλων μονάδων ήταν η παράταση του πολέμου και η αμηχανία της πολιτικής ηγεσίας να πάρει δραστικά μέτρα που θα οδηγούσαν στο οριστικό τέλος του πολέμου. Ήρθε ξαφνικά και η παραίτηση του στρατηγού Παπούλα (12 Μαΐου 1922) να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο το δυσάρεστο κλίμα των ημερών. Αντικαταστάτης του ορίστηκε ο στρατηγός Γ. Χατσκανέστης ως διοικητής στρατιάς. Ο νέος διοικητής ανέλαβε τα καθήκοντά του την 23η Μαΐου 1922. Αν και ήταν μορφωμένος και ικανός αξιωματικός, όμως δεν είχε καμία πολεμική πείρα μετά τους βαλκανικούς πολέμους. Τα τελευταία έξι χρόνια ζούσε στην Ελβετία, μακριά από το στράτευμα. Αφού μελέτησε την κατάσταση προβληματίστηκε σοβαρά όταν είχε ένα μέτωπο 750 χιλιομέτρων, που άρχιζε από τις ακτές της Προποντίδας και έφθανε μέχρι τα περίχωρα της Σμύρνης. Στην Αθήνα παραιτήθηκε η κυβέρνηση Δ. Γούναρη. Οι σκέψεις για προσφυγή στις κάλπες για να βγει η χώρα από το αδιέξοδο συναντούσε εμπόδια. Η Αναθεωρητική βουλή που είχε προκύψει από τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920, είχε μετατραπεί σε Συντακτική. Συνεπώς, η διάλυσή της με Β.Δ. ήταν αδύνατη. Έτσι, η εντολή σχηματισμού της νέας Κυβέρνησης δόθηκε στον Ν. Στρατό. Επειδή, όμως, δεν κατόρθωσε να λάβει ψήφο εμπιστοσύνης, ύστερα από διαβουλεύσεις που ακολούθησαν, κατέληξαν στη δημιουργία κυβερνήσεως συνασπισμού των αντιβενιζελικών με πρωθυπουργό τον Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη. Η νέα κυβέρνηση, στο σημείο που είχαν φτάσει τα πράγματα αποφάσισε να αναλάβει δύο πρωτοβουλίες. Η πρώτη ήταν η προσπάθεια δημιουργίας αυτόνομου «Μικρασιατικού Κράτους», με κέντρο τη Σμύρνη κάτω από την ψιλή επικυριαρχία του σουλτάνου. Η ενέργεια αυ τη αποτελούσε «σχέδιο Στεργιάδη» και αποτελούσε προέκταση των σκέψεων που είχε διαβιβάσει ο Βενιζέλος στους αξιωματικούς της Αμύνης της Κωνσταντινούπολης στα μέσα Μαρτίου 1922. «Το Μικρασιατικό κράτος» θα ήταν ουσιαστικά δημιούργημα των συμμαχικών Δυνάμεων και όχι μέσο για τη διατήρηση του ελληνικού χαρακτήρα της Ιωνίας μέχρι που να προκύψουν στο μέλλον κατάλληλες συνθήκες που θα επέτρεπαν την ένταξή του στη «Μεγάλη Ελλάδα». Ο χαρακτήρας του κράτους αυτού δεν θα ήταν μικρασιατικός-χριστιανικός αλλά αποκλειστικά μικρασιατικός. Στις 18/31 Ιουλίου ο Ύπατος Αρμοστής Στεργιάδης κάλεσε το λαό της Σμύρνης σε «Πάνδημο συλλαλητήριο» και τον ενημέρωσε. Διαβάστηκαν και οι προκηρύξεις της ελληνικής κυβερνήσεως. Η δυσπιστία του μουσουλμανικού στοιχείου και η αντίθετη άποψη της Μικρασιατικής Άμυνας στο συγκεκριμένο σχέδιο αυτονόμησης έδειχναν ότι η λαϊκή συγκατάθεση ήταν περιορισμένη. Η τελική εγκατάλειψη του σχεδίου ήρθε από την Αντάντ. Μετά από δεκαπέντε μέρες οι σύμμαχοι γνωστοποίησαν στην ελληνική κυβέρνηση την άρνησή τους. Το σχέδιο, έτσι, απορρίφθηκε. Αφού η πρώτη πρωτοβουλία, δημιουργίας «Μικρασιατικού κράτους» απέτυχε ακολούθησα η δεύτερη που προέβλεπε την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης. Το σχέδιο αυτό δεν προέκυψε με την υποχώρηση του ελληνικού στρατού από το Σαγγάριο ποταμό. Τον Ιούλιο του 1921, μετά τις νίκες στην Κιουτάχεια και στο Εσκί Σεχίρ το Γεν. Επιτελείον στρατού προετοίμαζε μια τέτοια επιχείρηση. Γρήγορα, όμως, την εγκατέλειψε ύστερα από την αποφασιστική άρνηση των Συμμάχων να επιτρέψουν την πραγματοποίησή της. Ήταν το μόνο μέσο που έμεινε στην ελληνική κυβέρνηση να βγει από το αδιέξοδο και να αποτρέψει τα χειρότερα. Η κατάληψη της Κων/λης θα μπορούσε να μετριάσει ακόμη και την εγκατάλειψη, ίσως, της Ιωνίας, αφού σ’ αυτήν θα μπορούσαν πολλοί Έλληνες πρόσφυγες να βρουν καταφύγιο. Άλλωστε, από το Μάιο του 1453, η πόλη παρέμενε ζωντανή στα όνειρα και τις συνειδήσεις όλων των Ελλήνων. Θα εκπληρωνόταν ένα μεγάλο μέρος από τους οραματισμούς της Μεγάλης Ιδέας. Ήδη, από το Μάιο του 1922 οι ελληνικές εφημερίδες στην Κων/λη άρχισαν να θέτουν το θέμα και να προετοιμάζουν τους Έλληνες. Την ίδια στιγμή ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος Γ. Μπαλτατζής ενημέρωνε τον Άγγλο Πρεσβευτή στην Αθήνα τις ελληνικές προθέσεις «να βρει κάποια διέξοδο» η Ελλάδα από τον πόλεμο της Μ.Α. Η Αγγλία γνώριζε τις ελληνικές προθέσεις αλλά υπενθύμισε τους όρους ανακωχής που υπέγραψε, περί μη μετακινήσεως στρατευμάτων στην πολεμική ζώνη. Επρόκειτο για ανακωχή που ποτέ δεν εφαρμόστηκε. Τον Ιούλιο, ενώ η κατάσταση στο μέτωπο γίνεται κάθε μέρα χειρότερη, πραγματοποιήθηκαν στην Αθήνα ανακτορικά συμβούλια με την συμμετοχή των υπάτων Αρμοστών της Κων/λης Δ. Τριανταφυλλάκο και της Σμύρνης Α. Στεργιάδη. Κυριάρχησε η απόφαση των Ελλήνων να ζητήσει η Ελλάδα να επανέλθει στην κατάσταση που βρισκόταν πριν θέσει ο Γούναρης τα ελληνικά συμφέροντα στα χέρια της Αντάντ. Όπως τονιζόταν η Ελλάδα δεν είχε καμία πρόθεση να αγνοήσει τις συμβουλές των συμμάχων, ιδιαίτερα της Αγγλίας. Μετά τη λήξη των ανακτορικών συμβουλίων στις 1η Ιουλίου 1922, δόθηκε διαταγή να μεταφερθούν στρατιωτικές μονάδες για την πραγματοποίηση του σχεδίου κατάληψης της Κων/λης. Μεταφέρθηκαν από την περιοχή της Σμύρνης στο θρακικό μέτωπο 3 συντάγματα και 2 τάγματα πεζικού. Μαζί με τις 2 μεραρχίες που βρίσκονταν στην Αν. Θράκη, θα συγκροτούσαν το Δ’ Σώμα Στρατού. Πρόθεση της ελληνικής κυβέρνησης ήταν να μη συγκρουστεί με τις Μεγάλες Δυνάμεις, αλλά δικαιολογούσε την ενέργειά της αυτή ως προσπάθεια διεξόδου από τον πόλεμο. (1) Πάντως κυβέρνηση και Χατζηανέστης εργάζονται το διάστημα εκείνο εντατικά για την επιτυχία του επιχειρήματος. Λέγεται ότι η οριστική απόφαση για την κατάληψη της πόλης πάρθηκε στο Κερατσίνι επί του καταδρομικού «Αβέρωφ» την 10η Ιουλίου 1922, μεταξύ πρωθυπουργού, υπουργού των Στρατιωτικών και του Αρχιστρατήγου. Όταν έγινε γνωστή η απόφαση, προκάλεσε συγκίνηση στο λαό της Αθήνας και για κάποιο διάστημα δημιουργήθηκε κάποιο ευχάριστο κλίμα συμφιλιωτικό, «ιερή ένωση» όπως το χαρακτήρισαν. Ο Χατζηανέστης μαζί με το επιτελείο του στις 14 Ιουλίου 1922 βρισκόταν στη Ραιδεστό της Θράκης, έτοιμος να διατάξει την προέλαση του ελληνικού στρατού. Τότε οι Άγγλοι δέχθηκαν με σιωπηλή επιδοκιμασία την είδηση και τη συγκέντρωση του ελληνικού στρατευμάτων. Όταν μάλιστα το διάστημα εκείνο κάποιος Άγγλος Βουλευτής (Γκλην) πήρε τηλεγράφημα από τον Άγγλο στρατηγό Ταουνσεντ από την Άγκυρα «Κεμάλ είναι διατεθειμένος διαπραγματευτεί ειρήνην» αν οι Έλληνες κατελάμβαναν την Κων/λη, τα πράγματα έγιναν πιο ευνοϊκά. Ήρθε και ένα άρθρο σε αγγλική εφημερίδα από δημοσιογράφο που μεταξύ άλλων έλεγε: «Κατ’ ουσίαν η αίτησις της Ελληνικής κβυερνήσεως, όπως επιτραπεί εις τις στρατιωτικές τις δυνάμεις να καταλάβουν την Κων/λη δεν είναι παράλογη». Η κατάληψη από τους Έλληνες της Κων/λης θα δυσκόλευε τη θέση του Κεμάλ, αφού εκεί κατέφθαναν με πλοία οι ενισχύσεις σε πολεμικό υλικό, υπό την ανοχή των ανθρώπων της Αντάντ. Θα ενίσχυε το φρόνημα του στρατού αλλά και ολόκληρου του ελληνισμού. Τι έφταιξε, όμως, να χαθεί αυτή η μεγάλη ευκαιρία να ζήσει η Ελλάδα το μεγάλο όνειρο. Οι σύμμαχοι γενικά όλοι δεν έβλεπαν με κακό μάτι την ελληνική ενέργεια. Άλλωστε είχαν δοκιμάσει την αγριότητα του Κεμάλ στον Α’ παγκόσμιο πόλεμο. Οι Γάλλοι, όμως, τελευταία στιγμή, φοβούμενοι μήπως χάσουν αυτά που είχαν συμφωνήσει με τον Κεμάλ άλλαξαν γνώμη. Ήταν αυτοί που πίεσαν την Αγγλία, να κάνει αυστηρή σύσταση εκ μέρους της συμμαχίας στη στρατιά της Θράκης να σταματήσει. Ενώ για τη 16η Ιουλίου θα δινόταν το παράγγελμα της προέλασης, δόθηκε ατυχώς, η διακοπή της. Έφτασε και δεύτερη προειδοποίηση στις 18 Ιουλίου 1922. Ενημερώθηκαν οι Έλληνες ότι: «διατάχθησαν τα συμμαχικά στρατεύματα όπως αποκρούσουν βίαια πάσαν στρατιωτικήν κίνησιν εντός της υπ’ αυτών κατεχομένης ζώνης». Οι Έλληνες απλά… διαμαρτυρήθηκαν αντί να επιτεθούν. Με απλά λόγια οι μεγάλες δυνάμεις δεν άφησαν την Ελλάδα να νικήσει, να διεκδικήσει το δίκαιο. Η Ελλάδα δεν αξιοποίησε την φιλελληνική αγόρευση της 23ης Ιουλίου 1922 στη Βουλή του Λώυδ Τζώρτζ, που χαρακτήριζε ως δίκαιη των προέλαση του ελληνικού στρατού. Διερωτάται ο καθένας από μας, έστω μετά από 86 χρόνια. Τι την ήθελαν την άδεια για την προέλαση. Τα πραξικοπήματα τότε χρειάζονται. Πού ήταν αυτοί οι μπαρουτοκαπνισμένοι αξιωματικοί, Πάγκαλος, Κονδύλης, να κτυπήσουν την κατά πολύ κατώτερη συμμαχική δύναμη; Να καταλάβουν την πόλη και να ξεσηκωθούν και οι νεκροί μας. Που είναι οι Αμυνίτες και οι 200 χιλ. οργανωμένοι Κωνσταντινοπολίτες; Λάθος, λοιπόν, ασυγχώρητο η μη κατάληψη. Διδακτικό το παράδειγμα που πατριάρχη Μελετίου που πήγε στο στρατό κόντά στην Τσατάλτζα και έδινε θάρρος, ξεσήκωνε τους θρακιώτες και φώναζε να τρέξουν όλοι μαζί για τη σωτηρία της πόλης και του ελληνισμού. Κρίμα που χάσαμε. (2) Ο Σπ. Μαρκεζίνης σχολιάζει: «Ήτο δυνατόν να το επιχειρήσουν αιφνιδιάζοντας και τους ξένους; Η απάντηση είναι απλή. Βεβαίως, τούτο θα ήτο και επικίνδυνο και δυσχερές. Αλλά δεν ήτο δυνατόν να γίνει αλλιώς. Αποτελεί απίθανον αφέλεια εάν επίστευσε κανείς ότι ήτο ποτέ δυνατόν οιαδήποτε σύμμαχος δύναμις να έδινε τοιαύτην συγκατάθεσιν». (3) Και ο Τσώρτσιλ συμπλήρωνε: «Σίγουρα οι Έλληνες μπορούσαν να την καταλάβουν (την Κων/λη) και μόνον η απειλή έφερε ταραχή στους Κεμαλικούς της Άγκυρας». (4) Συνεχίζεται Βιβλιογραφία 1.Ιστορία του ελληνικού έθνους τ.ΙΕ’ εκδ. Αθηνών σελ. 196-199 2.Πως χάσαμε Μ.Α. και Κων/λη του Λ. Νοταρά εκδ. Δίφρος σελ. 154-155 3.Πολιτική Ιστορία της Σύγχρονης Ελλάδας του Σ. Μαρκεζίνη, εκδ. Πάπυρος σελ. 327-8 4.Μικρά Ασία. Ο απελευθερωτικός αγώνας (1919-1922) του Κ. Χ”Αντωνίου εκδ. Ιωλκός σελ. 349