Σάββατο, 5 Σεπτεμβρίου 2009

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΜΝΗΜΗΣ: Η αττική γη υποδέχεται τους πρόσφυγες του '22



Γράφει ο καθηγητής φυσικής αγωγής Σταύρος Λιλόγλου

Τον Αύγουστο του 1922, μετά την ήττα του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία, χιλιάδες πρόσφυγες διαπεραιώθηκαν στην Ελλάδα.

Τον Οκτώβριο του 1922 έφτασαν οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης, συναποκομίζοντας μεγάλο μέρος της κινητής περιουσίας τους, ενώ αυτοί της κεντρικής και της νότιας Μικράς Ασίας ήρθαν το 1924 και το 1925, με τη φροντίδα της Μικτής Επιτροπής Ανταλλαγής Πληθυσμών.

Δεν γνωρίζουμε τον ακριβή αριθμό των προσφύγων που κατέφυγαν στην Ελλάδα το φθινόπωρο του 1922. Το 1928 απογράφηκαν 1.221.849, στους οποίους όμως περιλαμβάνονταν και όσοι είχαν έρθει από τη Βουλγαρία, τη Ρωσία και αλλού.

Ο προσφυγικός αυτός πληθυσμός χαρακτηριζόταν όχι μόνο από οικονομικές και κοινωνικές διαφορές, αλλά και από πολιτιστικές και γλωσσικές ιδιαιτερότητες.

Οι πρόσφυγες έφτασαν στην Ελλάδα σε τραγική κατάσταση. Οι περισσότεροι είχαν εγκαταλείψει βιαστικά τα σπίτια τους, φέρνοντας μαζί τους ελάχιστα ή και κανένα κινητό αγαθό. Οι αρρώστιες και ο ψυχικός τραυματισμός κατέβαλαν τους ταλαιπωρημένους, υποσιτισμένους και υποτυπωδώς στεγασμένους πρόσφυγες.

Οι πρώτες πιεστικές ανάγκες (διατροφή, στέγαση, ιατρική περίθαλψη) αντιμετωπίστηκαν στοιχειωδώς από το κράτος, από ιδιώτες, καθώς και από ξένες φιλανθρωπικές οργανώσεις. Καταβλήθηκε προσπάθεια οι πρόσφυγες να στεγαστούν με την επίταξη άδειων ακινήτων, μέτρο που αποδείχτηκε ανεπαρκές.

Η αποκατάσταση διακρίθηκε σε αγροτική και αστική. Η αστική αποκατάσταση περιλάμβανε μόνο στέγαση και όχι πρόνοια για εύρεση εργασίας, ενώ λίγοι ήταν οι πρόσφυγες που αποκαταστάθηκαν «αγροτικώς», δηλαδή τους παραχωρήθηκε και γεωργικός κλήρος.

Στην περιοχή της Αθήνας και του Πειραιά οι πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν σε 46 οικισμούς.

Με την έλευση των προσφύγων και την ίδρυση των προσφυγικών συνοικισμών, οικίστηκαν οι ως τότε ακατοίκητες ή αραιοκατοικημένες περιοχές, με αποτέλεσμα η Αθήνα και ο Πειραιάς να συνενωθούν σε ένα ενιαίο αστικό συγκρότημα.

Από το 1920 ως το 1928 ο πληθυσμός της Αττικής αυξήθηκε κατά 68%.

Παράλληλα, συστάθηκαν προσφυγικοί οικοδομικοί συνεταιρισμοί και χορηγήθηκαν άτοκα στεγαστικά δάνεια. Παρ' όλ' αυτά, πολλές οικογένειες προσφύγων που δεν κατάφεραν να αποκατασταθούν, θα ζήσουν για πολλά χρόνια σε χαμόσπιτα, δημιουργώντας παραγκουπόλεις, κυρίως γύρω από τους προσφυγικούς συνοικισμούς.

Γεγονός, πάντως, παραμένει ότι η πληθώρα των φορέων που ενεργοποιήθηκαν για την εξασφάλιση στέγης στους πρόσφυγες, η μεταξύ τους συνεργασία και κυρίως το μέγεθος του εγχειρήματος συνιστούν μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία της πολεοδομικής και της οικιστικής ανάπτυξης του ελληνικού κράτους.

Παρά το γεγονός ότι η αστική αποκατάσταση αφορούσε μόνο την παροχή στέγης -σε αντίθεση με την αγροτική, που εξασφάλιζε και παραγωγική απασχόληση- υπήρξαν μέτρα, έστω και περιορισμένα, για την ίδρυση βιομηχανιών σε προσφυγικούς συνοικισμούς, κυρίως μονάδων ταπητουργίας και υφαντουργίας.

Οι περισσότεροι άνδρες πρόσφυγες απασχολήθηκαν ως εργάτες, ιδιοκτήτες μικρών μαγαζιών, περιπλανώμενοι πωλητές ή ήταν περιστασιακά εργαζόμενοι. Αρκετοί εργάστηκαν στην οικοδόμηση των προσφυγικών συνοικισμών ή σε άλλα δημόσια έργα.

Οι γυναίκες απασχολήθηκαν κατά κύριο λόγο στη βιομηχανία και δευτερευόντως ως καθαρίστριες, πλύστρες ή υπηρέτριες.

Την περίοδο αυτή αυξάνεται και η παιδική εργασία.Παρά τις όποιες καθυστερήσεις, τις βιαστικές και πρόχειρες υλοποιήσεις των σχεδιασμών, η αποκατάσταση των προσφύγων έχει κριθεί επιτυχημένη και από πολλούς θεωρείται ως το μεγαλύτερο επίτευγμα του ελληνικού κράτους.

Πειραιάς, Δραπετσώνα, Νίκαια, Κερατσίνι:

Ο Πειραιάς γνωρίζει το 1928 τη μεγαλύτερη πληθυσμιακή «έκρηξη», με διπλασιασμό του πληθυσμού του, που φτάνει τους 251.659 κατοίκους (1920: 133.428 κατ.) μετά την άφιξη των προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την εγκατάστασή τους σε συνοικισμούς γύρω από τη παλιά πόλη - τους σημερινούς δήμους Νίκαια, Κερατσίνι, Δραπετσώνα κ.ά.

Νέα Ιωνία:

Η περιοχή, γνωστή τότε ως Ποδαράδες, ιδιοκτησιακά ανήκε στο Ιερό Κοινό του Παναγίου Τάφου και είχε ως μόνους κατοίκους τις οκτώ οικογένειες των βοσκών και καλλιεργητών του κτήματος. Υπήρξε ο χώρος όπου εγκαταστάθηκαν 500 οικογένειες ταπητουργών προσφύγων από τη Σπάρτη της Πισιδίας, με σκοπό την οργάνωση της ταπητουργίας και το «μπόλιασμά» της στην ελληνική πραγματικότητα. Η Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων ίδρυσε στους προσφυγικούς συνοικισμούς εργοστάσια ταπητουργίας, με αποτέλεσμα μεγάλη συσσώρευση βιομηχανικών καταστημάτων.

Νέα Σμύρνη:

Στις 14 Αυγούστου 1923, 20 μέρες μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Λοζάνης, υπογράφτηκε από το Ν. Πλαστήρα το νομοθετικό διάταγμα «Περί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως γηπέδου παρά την λεωφόρο Συγγρού», ενώ τον επόμενο χρόνο δημοσιεύθηκε το «Νέο Σχέδιο Αθηνών», το οποίο περιλάμβανε τον «Αστικό συνοικισμό των εκ Σμύρνης προσφύγων».Η πόλη άρχισε να οικοδομείται το 1926 και το 1928 ο οικισμός είχε πληθυσμό 210 κατοίκους. Στη διάρκεια της δεκαετίας του '30 η Νέα Σμύρνη μεταβλήθηκε σε πραγματική πόλη και ο πληθυσμός της, από 6.500 το 1934, έφτασε στις παραμονές του Β΄ Π. Πολέμου τους 15.000 κατοίκους.

Νέα Χαλκηδόνα:

Ο πρώτος οικισμός αναπτύχθηκε δυτικά του χειμάρρου Ποδονίφτης, που σήμερα ονομάζεται Περισσός. Ήταν καθαρός, με πόσιμο νερό μέχρι το 1928. Το 1907 εμφανίζεται με πληθυσμό 19 κατοίκων, ενώ το 1920 η ΕΣΥΕ απογράφει 110 κατοίκους που ζούσαν σε αγροικίες.Η μεγάλη αύξηση του πληθυσμού έγινε μετά τη Μικρασιατική καταστροφή, όταν πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη εγκαταστάθηκαν στην περιοχή, σε οικόπεδα και σπίτια που παραχωρήθηκαν από το τότε υπουργείο Οικισμού.

Το 1927 οι πρώτοι πρόσφυγες κατοικούν τα καλαίσθητα πέτρινα με κεραμοσκεπή σπίτια του νέου συνοικισμού.

Νέα Φιλαδέλφεια:

Το 1927 κατοικήθηκε για πρώτη φορά ο προσφυγικός συνοικισμός της Νέας Φιλαδέλφειας, ανατολικά και δυτικά του καρόδρομου που οδηγούσε στα βασιλικά ανάκτορα του Τατοΐου και ανάμεσα στους ποταμούς Κηφισό, Ποδονίφτη και Γιαμπουρλά, όπως οριοθετείται. Στην απογραφή του 1928 η Νέα Φιλαδέλφεια εμφανίζεται ως χωριό του δήμου Αθηναίων και το όνομά της το πήρε επίσημα το 1932. «Νονός» ο δικηγόρος, τέως υπουργός, βουλευτής Π. Διαμαντόπουλος, πρόσφυγας από τη Φιλαδέλφεια της Μ. Ασίας.

Βύρωνας:

Ο δήμος του Βύρωνα γεννήθηκε και αυτός από τις στάχτες της Μικρασιατικής Καταστροφής. Το 1922 οι πρώτοι πρόσφυγες ζήτησαν καταφύγιο στις πλαγιές του Υμηττού. Τον Ιανουάριο του 1924, μπροστά στο διοικητήριο, γίνεται η μετονομασία της συνοικίας σε «Βύρωνα», με την ευκαιρία του εορτασμού των 100 χρόνων από το θάνατο του ποιητή και φιλέλληνα Λόρδου Βύρωνα.

Αξίζει να αναφέρουμε ότι ολόκληρη σχεδόν η περιοχή μεταξύ Ιλισού και Υμηττού είχε κηρυχθεί αναδασωτέα και είχε αναδασωθεί μέχρι το 1920.

Η μεταξύ Πύργου Βασιλίσσης και Φιλαδέλφειας περιοχή, 3.000 στρεμμάτων, είχε κηρυχθεί αναδασωτέα για να αποτελέσει το μέγα άλσος της πρωτεύουσας.

Τα γεγονότα όμως της Μικρασιατικής καταστροφής και η έλευση των προσφύγων ανέτρεψαν τα σχέδια της Δασικής Υπηρεσίας και στις αναδασωτέες εκτάσεις ιδρύθηκαν οι προσφυγικοί οικισμοί Καισαριανής, Βύρωνα, Ν. Ελβετίας, Ν. Φιλαδέλφειας, Ν. Χαλκηδόνας κλπ. Υπολείμματα αυτού του μεγάλου πάρκου, στα βόρεια της Αθήνας, είναι το άλσος του Πύργου της Βασιλίσσης και το άλσος της Φιλαδέλφειας.